ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΓΙΑ ΤΗ ΛΗΞΗ
ΤΟΥ ΣΧΟΛΙΚΟΥ ΕΤΟΥΣ
Η Γιορτή του Πατέρα καθιερώθηκε το 1910 από την αμερικανίδα Σονόρα Σμαρτ Ντοντ, προκειμένου να τιμήσει τον πατέρα της, Γουίλιαμ Τζάκσον Σμαρτ, βετεράνο του Αμερικανικού Εμφυλίου, που ανέθρεψε μόνος του τα 6 παιδιά της οικογένειάς τους. Αυτό από μόνο του είναι αρκετό για να αποδείξει ότι η σπουδαιότητα του πατέρα, στην ζωή των παιδιών, είναι ίδια με αυτήν της μητέρας και πως, όπως τιμούμε εκείνη εξίσου οφείλουμε να τιμούμε και τον άνδρα που, όσο κι αν μεγαλώσουμε, πάντα θα κοιτάζουμε με το βλέμμα στραμμένο προς τα πάνω.

Ο πατέρας μου συνήθιζε να παίζει με τον αδελφό μου και μένα στον κήπο. Η μάνα μας έβγαινε έξω και φώναζε: “Θα χαλάσετε το γκαζόν!”. Κι εκείνος της απαντούσε: “Δεν μεγαλώνουμε γκαζόν, αγόρια μεγαλώνουμε!”- Harmon Killebrew
Το πιο σημαντικό πράγμα που μπορεί να κάνει ένας πατέρας για τα παιδιά του είναι να αγαπάει τη μητέρα τους. (Theodore M. Hesburgh)
«Είναι όμορφο να κληρονομείς τη δόξα και την υπόληψη του πατέρα.» - Δημοσθένης
Είναι σοφός ο πατέρας που γνωρίζει το ίδιο του το παιδί. Γουίλιαμ Σέξπιρ

ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ
Ο ύμνος «Ἁγνὴ Παρθένε Δέσποινα» είναι ένας μη λειτουργικός ύμνος, που συνέθεσε ο Άγιος Νεκτάριος Αιγίνης τον 19ο αιώνα μ.Χ., κατά τη διάρκεια της θητείας του ως διευθυντής της Θεολογική Σχολής στην Ριζάρειο της Αθήνας.
Η παράδοση θέλει την Παρθένο να εμφανίζεται ενώπιον του Αγίου Νεκταρίου στο μοναστήρι της Αίγινας, και να του ζητάει να καταγράψει σε χαρτί έναν ιδιαίτερο ύμνο, όπου οι αγγελικές χορωδίες ήταν έτοιμες να το ψάλλουν. Αυτός ο Ύμνος ήταν ο «Ἁγνὴ Παρθένε Δέσποινα».
(Ἀπὸ Ὠδὴ β') Ἦχος πλ.α΄
Ἁγνὴ Παρθένε Δέσποινα, Ἄχραντε Θεοτόκε,

Μιχάλης Γκανάς
Γιάννης Ρίτσος (Ορέστης, Απόσπασμα)

Η μάνα μου, μια άγια γυναίκα. Με υπομονή, μ’ αντοχή κι όλη τη γλύκα της γης απάνω της. Όλοι από το αίμα της μάνας μου οι πρόγονοι ήταν χωριάτες. Σκυμμένοι στο χώμα, κολλημένοι στο χώμα, τα πόδια τους, τα χέρια τους, τα μυαλά τους γεμάτα χώματα. Αγαπούσαν τη γης και της εμπιστεύουνταν όλες τις ελπίδες. Είχαν γίνει, πάππου προς πάππου, ένα μαζί της. Στην αβροχιά, κοράκιαζαν κι αυτοί μαζί της, κι όταν ξεσπούσαν τα πρωτοβρόχια, τα κόκαλά τους έτριζαν και φούσκωναν σαν καλάμια. Κι όταν αλέτριζαν και χαράκωναν βαθιά την κοιλιά της με το γενί, ξαναζούσαν στα στήθια και στα μεριά τους την πρώτη νύχτα που κοιμήθηκαν με τη γυναίκα τους….

Περλ Μπακ, Η μάνα,

by artist Pino mother 's love
ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΟΛΕΜΗΣ "Ο αποχαιρετισμός της μάνας"
Ποιήματα
από το διαδίκτυο
Είπαν του ήλιου «γιορτάζει η μάνα»


Gustan Klimt
25η Μαρτίου
ΤΑ ΤΕΡΑΤΑΚΙΑ ΤΗΣ
ΕΚΤΗΣ
Πρόκειται για ένα θεατρικό που γράφτηκε με την βοήθεια των παιδιών.Χρησιμοποιήθηκαν χαρακτηριστικές ατάκες των παιδιών σε όλη την διάρκεια της σχολικής χρονιάς αλλά και ατάκες που έμειναν στην μνήμη των παιδιών από την εξάχρονη πορεία τους στο Δημοτικό.
ΓΙΑΝΝΗΣ: Eπιτέλους παιδιά! Φτάσαμε στο τέλος…
ΝΤΕΑΝΤΡΟ: Δεν το πιστεύω μια μερούλα ακόμη και
τέλος το Δ η μ ο τι κ ό για πάντα…
ΒΑΣΙΛΗΣ : Ποσό γρήγορα
πέρασε και αυτή η τελευταία μας χρόνια δε λέγεται…
ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ Μ. : Μήνας μήνας όλο και κάτι
κάναμε…
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Θα μου λείψουν πολλά πράγματα…
ΓΙΩΡΓΟΣ : Εμένα πάλι καθόλου. Καλοκαιράκι παιδί
μου και πάλι καλοκαιράκι. Ξενοιασιά, παιχνίδι, ανεμελιά… Όλα θα είναι τέλεια δίπλα σε μια παραλία…
Τέρμα το διάβασμα, τα διαγωνίσματα, τα τεστ οι επαναλήψεις, οι αριθμητικές
παραστάσεις, η αναγωγή στη μονάδα. Τι άλλο ξέχασα;
ΕΥΓΕΝΙΑ: Το κήρυγμα της κ. Όλγας. Έτσι θα
είναι στο Γυμνάσιο, τα πράγματα θα δυσκολέψουν, πρέπει να διαβάζετε περισσότερο
και αλλά τέτοια που συνήθως λένε οι μεγάλοι…
ΚΡΙΣΤΙΑΝΟ: Ακόμη και κείμενο στα Αρχαία ελληνικά
μας έβαλε να γράψουμε με δασείες, ψιλές, οξείες και περισπωμένες. Σα να μαθαίναμε
ξένη γλώσσα. Και όλα αυτά , λέει, προετοιμασία για το Γυμνάσιο…
ΜΟΣΧΟΥΛΑ : Πόσες φορές μου ήρθε να της πω:
Επιτέλους, κυρία δημοτικό είμαστε, όχι γυμνάσιο… Μόλις πάμε τα λέμε . Όχι από τώρα…
ΕΥΓΕΝΙΑ: Κι όμως, ας καθίσουμε , παιδιά να δούμε
πως κύλησε αυτή η τελευταία μας χρονιά και ας αναλογιστούμε και ας μοιραστούμε
με τους θεατές μας αυτά που κάναμε, τα σχέδιά μας για το μέλλον, τις σκέψεις μας,
τις απόψεις μας…
Απόφοιτοι είμαστε, όπως και να το κάνουμε τον πρώτο
λόγο εμείς τον έχουμε.
ΗΛΙΑΝΑ : Θυμάμαι ότι ο πρώτος μήνας του σχολειού
ήταν σχετικά όμορφος, αν εξαιρέσουμε ότι έπρεπε να προσαρμοστούμε στο σχολειό
και να γνωρίσουμε την καινούργια μας δασκάλα. Κύλησε σχετικά γρήγορα παρόλο που
στην αρχή είμασταν αγχωμένοι.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Ποτέ δεν καταλάβαινα πως περνούσαν
οι ώρες, οι μέρες και οι μήνες φέτος. Πάντα το έλεγα στην κυρία αυτό και πάντα
η ίδια απάντηση : « Όταν περνάμε καλά, όλα μας φαίνονται ότι τελειώνουν
γρήγορα. Έτσι είναι η ζωή μας….»
ΜΕΝΙΑ: Όλοι
μας καταβάθος το ξέραμε παιδιά ότι φέτος θα κυλούσαν πολύ γρήγορα τα πράγματα
αφού ήταν η τελευταία μας χρονιά στο Δ η μ ο τ ι κ ό!!!
Όλες οι αναμνήσεις τώρα μας έρχονται τώρα που
θα αποχωριστούμε για πάντα από το χώρο αυτό, το χώρο του σχολειού μας κρατώντας
πάντα μες στην καρδιά μας όλα τα ευχάριστα και διώχνοντας μακριά ότι δυσάρεστο
μας συνέβη…
ΈΛΒΙΣ : Παιδιά θυμάστε που η κυρία Όλγα ρώτησε
τον Βασίλη στην Ιστορία « Πού υπογράφηκε η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας και
εκείνος απάντησε ….
ΒΑΣΙΛΗΣ : ….στο κάτω μέρος της σελίδας!( γελά
πονηρά)
ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Θυμάστε που η κυρία προσπαθούσε να
μας κάνει μαθηματικά και ο Αγγελος
έλεγε μαθηματικά ανέκδοτα « Αν έχεις στο ένα χέρι 3 μήλα και 4
πορτοκάλια και στο άλλο χέρι 4 μήλα και 3 πορτοκάλια, τι έχεις;
ΑΓΓΕΛΟΣ : Φυσικά…. πολύ μεγάλα χέρια.! Α! Παιδιά! Αυτό δεν σας το είπα! « Εάν πάρει 10 ώρες
σε 8 άντρες να χτίσουν έναν τοίχο, πόση ώρα θα πάρει σε 4 άντρες για να τον
χτίσουν;
(ρωτάει το κοινό από κάτω και περιμένει λίγο
να απαντήσουν!)
ΑΓΓΕΛΟΣ : Μηδέν χρόνο, γιατί είναι ήδη χτισμένος. Είδατε?
Είμαι κομπιουτεράκι! (γελά)
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ : Ποιος δε θυμάται στην πρώτη τάξη
που μάθαμε τα πρώτα μας γράμματα!!! Την κ. Αγγελική στην δευτέρα με εκείνες τις
ατέλειωτες επαναλήψεις στις λέξεις της καρτέλας των παλαιότερων βιβλίων…
ΚΟΡΙΝΑ
: Στην τρίτη η Κ. Φένια κα όταν κάναμε
φασαρία μας έλεγε silance αλλά Γαλλικά.Στην
Τετάρτη , την κ. Βίκυ εν συνέχεια –όταν κάναμε φασαρία φώναζε «αν είναι δυνατόν! ή όταν λέγαμε «ναι» μας έλεγε «ΝΕΡΑΤΖΙΑ!»
ΠΑΝΤΕΛΗΣ :Στην Πέμπτη τον κ .Θεόκλητο που με τις ικανότητές του μπόρεσε και έκανε
την πιο δύσκολη τάξη του δημοτικού εύκολη… Θυμάστε που έλεγε συνέχεια : «
Ησυχία παιδιά! Ησυχία, έλα κάντε ησυχία επιτέλους! Αλλιώς στο διευθυντή! Θυμάστε
την κ. Ρούλα που μας έλεγε συνέχεια « reuse, reduce, recycle!"
ΕΛΒΙΣ: Στη φετινή τάξη ποιος θα ξεχάσει τα
συνθήματά που κατά καιρούς ακούγαμε όταν κάναμε σκανδαλιές: « Ο καθένας μας έχει τη δική του μοναδική και ξεχωριστή προσωπικότητα»
ΒΑΣΙΛΗΣ:
« Μην κάνεις στους άλλους ότι δε θα ήθελες οι άλλοι να κάνουν σε σένα»
ΝΤΕΑΝΤΡΟ
:« Να κοιτάς τον εαυτό σου και όχι τι κάνει ο διπλανός σου»
ΚΡΙΣΤΙΑΝΟ:
« Νικητής δεν είναι όποιος κερδίζει, αλλά όποιος προσπαθεί»
ΓΙΑΝΝΗΣ : Σ’ αυτό επέμενε πολύ η κυρία και πιστεύω
ότι κάτι μας έμεινε, αφού μπορέσαμε και ενωθήκαμε-δέσαμε σα τάξη πολύ μεταξύ
μας…
Δεν ξεχνάμε βέβαια και τον κ. Δημήτρη των
Αγγλικών μας που ποτέ δε μας φώναζε αλλά εμείς κάποιες φορές τον αναστατώναμε εφάρμοζε αυτό με το λεπτό
…και όλο έλεγε θα σας βάλω λεπτό και περίμενε μέχρι να ηρεμήσουμε.! Τι να
κάνουμε, είμαστε πολύ άτακτο και ζωηρό τμήμα… τμήμα με σφραγίδα! Τώρα στο τέλος
το παραδεχόμαστε…
ΝΕΦΕΛΗ : Τι άγχος με αυτό το θεατρικό στα
αγγλικά!Πάντως μια χαρα τα καταφέραμε!!Παίξαμε και στην ορμύλια!!
ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ
:Once upon a time let's narrate, play and mime stories all around the world
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ:Δεν παραλείπουμε και τον κ. Γιώργο,
το γυμναστή μας που δε δεχόμασταν να χάσουμε ούτε μια ώρα από το μάθημά του…
και εδώ που τα λέμε ποιος θέλει να χάσει το καλύτερο μάθημα!
Την κυρία Ευγενία , την υποδιευθύντρια μας δεν
την είχαμε ποτέ αλλά ωστόσο πάντα ήταν δίπλα μας να μας συμβουλεύει στα
διαλείμματα.
ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ Κ. : Και τελευταία αφήσαμε
τη διευθύντρια μας την κ. Δάφνη, που μπορεί να ήταν αυστηρή , ωστόσο πάντα ήταν
κοντά μας και μας αγκάλιαζε σε όποιο πρόβλημα κι αν προέκυπτε κατά τη διάρκεια
της σχολικής χρονιάς – πάντα με χιούμορ και με το δικό της μοναδικό αυθορμητισμό…
Ίσως και ο ίδια να ΜΗΝ ΞΕΧΑΣΕ ότι κάποτε υπήρξε παιδί και έκανε και αυτή τις
δικές του σκανταλιές. Της αφιερώνουμε
αυτό το τραγούδι όπως και σε όλους εσάς που θέλετε να παραμείνετε παιδιά…
ΤΡΑΓΟΥΔΙ:
( Είμαι ακόμη παιδί… του Διονύση Σχοινά)
Και αυτό το τραγουδουν και το χορεύουν
ελεύθερα όλοι οι μαθητες)
ΚΟΡΙΝΑ: Όλοι λένε ότι το Δημοτικό αποτελεί
σταθμό στη ζωή του κάθε παιδιού. Το ίδιο πιστεύουμε κι εμείς ότι οι βάσεις, τα
θεμέλια για την προσωπικότητα του κάθε παιδιού εκεί διαμορφώνονται και γι’ αυτό
ποτέ κανείς δεν το ξεχνάει όσα χρόνια κι αν περάσουν και οι μεγαλύτερες και οι
πιο δυνατές φιλίες εκεί έχουν τις ρίζες τους…
ΜΕΝΙΑ:Θα αναρωτιέται κανείς τι μάθαμε στο
δημοτικό αυτά τα 6 χρόνια, περα από το να γράφουμε και να διαβάζουμε…
ΜΟΣΧΟΥΛΑ:Μάθαμε να σεβόμαστε τον άλλο, να
ακούμε τους μεγαλύτερους, να εκφράζουμε τη γνώμη μας, να αποδεχόμαστε το
διαφορετικό, να εκτιμάμε τους φίλους μας και να είμαστε κοντά τους , όχι μόνο
στις ευχάριστες αλλα και στις δύσκολες στιγμές τους.
ΕΥΓΕΝΙΑ: Μάθαμε να αναγνωρίζουμε τις θυσίες
των γονιών μας ( ασχέτως αν τις τις περισσότερες φορές δεν τους το δείχνουμε)
και να τους είμαστε ευγνώμονες για ότι μας προσφέρουν.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ: Ακόμη δεν ξεχνάμε ότι στο Δημοτικο
μαθαμε αρχές και αξίες που θα σημαδέψουν στο μέλλον τη ζωή μας. Να είμαστε
υπεύθυνοι, δυνατοί, αποφασιστικοί, να αγαπαμε τον άλλο, να ατενιζουμε το μέλλον
μας με αισιοδοξια παρολα τα προβλήματα που υπάρχουν γύρω μας…
ΓΙΩΡΓΟΣ:Σίγουρα όλα αυτά τα χρόνια που ζήσαμε
εδώ υπήρξαν για τον καθένα μας όμορφες και άσχημες ίσως στιγμές. Στην καρδιά
μας, όμως, ας κρατήσουμε τις καλύτερες και ας ανοίξουμε τα φτερά μας
πηγαίνοντας στο ΓΥΜΝΑΣΙΟ αξιοποιώντας ότι καλύτερο πήραμε από την 6χρονη πορεία μας
στο ΔΗΜΟΤΙΚΟ…
ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ Κ:Λοιπόν, ας ενώσουμε όλοι
μαζί τα χέρια και ας δώσουμε μια υπόσχεση μεταξύ μας ότι δε θα ξεχάσουμε ο ένας τον άλλο ποτέ,
ακόμη κι αν χωριστούμε στην μετέπειτα πορεία μας…
ΜΟΣΧΟΥΛΑ: Πρέπει όλοι μα να είμαστε
ευτυχισμένοι και να μη χαθούμε. Αυτό είναι το πιο
σ η μ α ν τι κ ό…
σ η μ α ν τι κ ό…
( Στο σημείο αυτό δίνουν όλοι μαζί τα χέρια και λένε:
ΤΡΑΓΟΥΔΙ: Σαν συμμαθητές.
ΤΡΑΓΟΥΔΙ: Σαν συμμαθητές.
Τραγούδι :Θα βρεθούμε ξανά
( Δείχνουμε φωτογραφίες παιδιών από όλη τη σχολική χρονιά!)
( Δείχνουμε φωτογραφίες παιδιών από όλη τη σχολική χρονιά!)
Επιλογος:
Καπου εδώ η παρουσιαση της σχολικης χρονιάς που εφυγε
Τελειώνει…
Τα όνειρά μας όμως, οι
φιλοδοξίες μας δεν τελειώνουν ΠΟΤΕ…
Ας πιστέψουμε σ’ αυτά και
ΜΑΚΑΡΙ μια μέρα να γινουν πραγματικοτητα…
ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΣΕ
ΟΛΟΥΣ…ΚΑΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΣΙΓΟΥΡΟΙ ΟΤΙ ΔΕΝ ΘΑ ΜΑΣ ΞΕΧΑΣΕΤΕ ΓΙΑΤΙ
Κλείνουμε με το τραγούδι του κύριου Δημήτρη Σαββόπουλου ( των Αγγλικών του σχολείου μας):
Μαθητές όλοι εμείς, Άθυτος Χαλκιδικής
Και ποτέ δε σταματάμε, δυστυχώς πολυμιλάμε
Σ’ όλο το δημοτικό, δίναμε πάντα παλμό
Μόνο το καλοκαιράκι, θα ξεφεύγαμε λιγάκι
Στο γυμνάσιο σαν πάμε, και εκεί θα τραγουδάμε
Με Χαλκιά και με Γκονέλα θα πουλάμε σ’ όλους
τρέλα
Με Μοσχούλα και Κατσάνη, το γυμνάσιο τα χάνει
Οι Αναστασίες δύο, θα σκορπάν κέφι και μπρίο
Κωνσταντίνα και Κριστιάνο, λίγο κέφι παραπάνω
Με Βασίλη, Παντελή θα ‘μαστε πιο χαλαροί
Μ’ Ηλιάνα και Κορίνα, θα περνάμε πάντα φίνα
Φασαρία πάλι άκου, η Φυλάττου και η Λιάκου
Σκέμπι, Γιώργος και ο Λάλα, θα μας λένε άλλα
για άλλα
Με Μαντζιάρη, Κατερίνα θα μας μάθουνε ως την
Κίνα.
Με τους δεκαεννιά εμάς, θα ‘ρθει ανάποδα ο ντουνιάς
Η Γιορτή του Πατέρα

Ο πατέρας μου συνήθιζε να παίζει με τον αδελφό μου και μένα στον κήπο. Η μάνα μας έβγαινε έξω και φώναζε: “Θα χαλάσετε το γκαζόν!”. Κι εκείνος της απαντούσε: “Δεν μεγαλώνουμε γκαζόν, αγόρια μεγαλώνουμε!”- Harmon Killebrew
Το πιο σημαντικό πράγμα που μπορεί να κάνει ένας πατέρας για τα παιδιά του είναι να αγαπάει τη μητέρα τους. (Theodore M. Hesburgh)
Πραγματικά πλούσιος είναι ο άνδρας, του οποίου τα παιδιά τρέχουν στην αγκαλιά του όταν έχει άδεια χέρια. Άγνωστος
«Υπάρχει καλύτερο κόσμημα για το παιδί από τη δόξα του πατέρα του και για τον πατέρα από τη δόξα του γιου του;» - Σοφοκλής«Είναι όμορφο να κληρονομείς τη δόξα και την υπόληψη του πατέρα.» - Δημοσθένης
Είναι σοφός ο πατέρας που γνωρίζει το ίδιο του το παιδί. Γουίλιαμ Σέξπιρ

ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ
Αγνὴ Παρθένε Δέσποινα
Ο ύμνος «Ἁγνὴ Παρθένε Δέσποινα» είναι ένας μη λειτουργικός ύμνος, που συνέθεσε ο Άγιος Νεκτάριος Αιγίνης τον 19ο αιώνα μ.Χ., κατά τη διάρκεια της θητείας του ως διευθυντής της Θεολογική Σχολής στην Ριζάρειο της Αθήνας.
Η παράδοση θέλει την Παρθένο να εμφανίζεται ενώπιον του Αγίου Νεκταρίου στο μοναστήρι της Αίγινας, και να του ζητάει να καταγράψει σε χαρτί έναν ιδιαίτερο ύμνο, όπου οι αγγελικές χορωδίες ήταν έτοιμες να το ψάλλουν. Αυτός ο Ύμνος ήταν ο «Ἁγνὴ Παρθένε Δέσποινα».
(Ἀπὸ Ὠδὴ β') Ἦχος πλ.α΄
Ἁγνὴ Παρθένε Δέσποινα, Ἄχραντε Θεοτόκε,
Χαίρε Νύμφη Ἀνύμφευτε.
Παρθένε Μήτηρ Ἄνασσα,
Παρθένε Μήτηρ Ἄνασσα,
Πανένδροσέ τε πόκε,
Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε.
Ὑψηλοτέρα οὐρανῶν,
Ὑψηλοτέρα οὐρανῶν,
ἀκτίνων λαμπροτέρα,
Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε.
Χαρὰ Παρθενικῶν Χορῶν,
Χαρὰ Παρθενικῶν Χορῶν,
Ἀγγέλων ὑπερτέρα,
Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε.
Ἐκλαμπροτέρα οὐρανῶν,
Ἐκλαμπροτέρα οὐρανῶν,
φωτὸς καθαρωτέρα,
Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε.
Τῶν οὐρανίων στρατιῶν,
Τῶν οὐρανίων στρατιῶν,
πασῶν ἁγιωτέρα,
Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε.
(Ἀπὸ Ὠδὴ ε')
Μαρία Ἀειπάρθενε,
(Ἀπὸ Ὠδὴ ε')
Μαρία Ἀειπάρθενε,
Κόσμου παντὸς Κυρία,
Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε.
Ἄχραντε Νύμφη πάναγνε,
Ἄχραντε Νύμφη πάναγνε,
Δέσποινα Παναγία,
Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε.
Μαρία Νύμφη Ἄνασσα,
Μαρία Νύμφη Ἄνασσα,
χαρᾶς ἡμῶν αἰτία,
Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε.
Κόρη σεμνὴ Βασίλισσα,
Κόρη σεμνὴ Βασίλισσα,
Μήτηρ ὑπεραγία,
Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε.
Τιμιωτέρα Χερουβείμ,
Τιμιωτέρα Χερουβείμ,
ὑπερενδοξοτέρα,
Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε.
Τῶν ἀσωμάτων Σεραφείμ,
Τῶν ἀσωμάτων Σεραφείμ,
τῶν Θρόνων ὑπερτέρα,
Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε.
(Ἀπὸ Ὠδὴ δ')
Χαῖρε τὸ ᾆσμα Χερουβείμ,
(Ἀπὸ Ὠδὴ δ')
Χαῖρε τὸ ᾆσμα Χερουβείμ,
χαῖρε ὕμνος Ἀγγέλων,
Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε.
Χαῖρε ᾠδὴ τῶν Σεραφείμ,
Χαῖρε ᾠδὴ τῶν Σεραφείμ,
χαρὰ τῶν Ἀρχαγγέλων,
Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε.
Χαῖρε εἰρήνη καὶ χαρά,
Χαῖρε εἰρήνη καὶ χαρά,
λιμὴν τῆς σωτηρίας,
Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε.
Παστὰς τοῦ Λόγου ἱερά,
Παστὰς τοῦ Λόγου ἱερά,
ἄνθος τῆς ἀφθασίας,
Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε.
Χαῖρε Παράδεισε τρυφῆς,
Χαῖρε Παράδεισε τρυφῆς,
ζωῆς τε αἰωνίας,
Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε.
Χαῖρε τὸ ξύλον τῆς ζωῆς,
Χαῖρε τὸ ξύλον τῆς ζωῆς,
Πηγὴ ἀθανασίας,
Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε.
(Ἀπὸ Ὠδὴ ε')
Σὲ ἱκετεύω Δέσποινα,
(Ἀπὸ Ὠδὴ ε')
Σὲ ἱκετεύω Δέσποινα,
Σὲ νῦν ἐπικαλοῦμαι,
Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε.
Σὲ δυσωπῶ Παντάνασσα,
Σὲ δυσωπῶ Παντάνασσα,
Σὴν χάριν ἑξαιτοῦμαι,
Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε.
(Ἀπὸ Ὠδὴ β')
Κορὴ σεμνὴ καὶ ἄσπιλε,
(Ἀπὸ Ὠδὴ β')
Κορὴ σεμνὴ καὶ ἄσπιλε,
Δέσποινα Παναγία,
Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε.
ἐπάκουσόν μου ἄχραντε,
ἐπάκουσόν μου ἄχραντε,
κόσμου παντὸς Κυρία,
Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε.
(Ἀπὸ Ὠδὴ ε')
Ἀντιλαβοῦ μου ρύσαι με,
(Ἀπὸ Ὠδὴ ε')
Ἀντιλαβοῦ μου ρύσαι με,
ἀπὸ τοῦ πολεμίου,
Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε.
Καὶ κληρονόμον δεῖξον με,
Καὶ κληρονόμον δεῖξον με,
ζωῆς τῆς αἰωνίου, Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε.
Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
ΜΗΤΈΡΑ ΣΤΟ ΤΡΑΓΟΎΔΙ

Μιχάλης Γκανάς
Κοιτάζει τα χέρια της. Πως έγιναν έτσι; Που βρέθηκαν τόσες φλέβες, τόσες ελιές και σημάδια, τόσες ρυτίδες στα χέρια της;
Εβδομήντα χρόνια τα κουβαλάει μαζί της και ποτέ δεν γύρισε να τα κοιτάξει. Ούτε τότε που ήταν χλωρά, ούτε που μέστωσαν, ούτε που μαράθηκαν, ώσπου ξεράθηκαν. Όλα αυτά τα χρόνια η έγνοια της ήταν αλλού, όχι στα χέρια της: μην κοπεί, μην καεί, μην τρυπηθεί, μην το παρακάνει το βράδυ με τον άντρα της – όποτε τύχαινε, μια στις τόσες – κι ακούσει τα λόγια του, καρφί στην καρδιά της – πού τα ‘μαθες αυτά μωρέ γυναίκα;
Κοιτάζει τα χέρια της σαν να τα βλέπει πρώτη φορά. Ξένα της φαίνονται, έτσι που κάθονται ανενεργά πάνω στη μαύρη ποδιά της, σαν προσφυγάκια. Έτσι της έρχεται να τα χαϊδέψει. Και τι δεν τράβηξαν αυτά τα χεράκια, στα κρύα, στα λιοπύρια, στη φωτιά, στα νερά, στα χώματα, στα κάτουρα και στα σκατά.
Πέντε χρόνια κατάκοιτη η πεθερά της, αλύχτησε ώσπου να της βγει η ψυχή. Κοιτάζει πάλι τα χέρια της. Τι θα τα κάνει; Να τα κρύψει κάτω απ’ την ποδιά της να μην τα βλέπει, να τα χώσει στη περούκα της διπλανής που κοιμάται με το κεφάλι γουλί, να τα βάλει στις μάλλινες κάλτσες που της έφερε ο γιός της μόλις του ‘πε ότι κρυώνει εδώ στο γηροκομείο που την έριξε η μοίρα της;
Τόσα χρόνια δε γύρισε να τα κοιτάξει και τώρα δεν μπορεί να πάρει τα μάτια της από πάνω τους. Κι όταν δεν τα κοιτάει, την κοιτάνε αυτά. Άνεργα χέρια, τι περιμένεις, αφού δεν έχουν δουλειά κάθονται και κοιτάνε. Δεν είναι που κοιτάνε, ασ’ τα να κοιτάνε, είναι που κοιτάνε σαν να θέλουνε κάτι.
Ξέρει τι θέλουν: να τα χαϊδέψει. Δεν θα τους κάνει τη χάρη. Ντρέπεται γριά γυναίκα να χαϊδεύεται στα καλά καθούμενα. Τα κοιτάζει κλεφτά και βλέπει μια σκουριά από καφέ στο δεξί. Σηκώνεται και πάει στο μπάνιο, πιάνει το μοσχοσάπουνο και πλένει τα χέρια της. Τα πλένει, τα ξεπλένει, δε λέει ν’ αφήσει το σαπούνι, της αρέσει έτσι που γλιστρούν απαλά το ένα μεσα στο άλλο, «Κοίτα, λέει, που μ’ έβαλαν να τα χαϊδέψω θέλοντας και μη, τα σκασμένα» και γελάει από μέσα της που δεν την κοιτάνε τώρα όπως πριν, χαμένα μέσα στους αφρούς και τα χάδια, σαν να ‘χουν κλείσει τα μάτια, μην τους πάει σαπούνι και τα πάρουν τα δάκρυα
Γιάννης Ρίτσος (Ορέστης, Απόσπασμα)
Κ’ η φωνή της μητέρας, πόσο σύγχρονη, καθημερινή, σωστή-
μπορεί να προφέρει φυσικά τα πιο μεγάλα λόγια
ή και τα πιο μικρά, στην πιο μεγάλη σημασία τους, όπως:
«μια πεταλούδα μπήκε απ’ το παράθυρο,»
ή: » ο κόσμος είναι ανυπόφορα υπέροχος»,
ή: «θα χρειαζόταν πιότερο λουλάκι στις λινές πετσέτες»,
ή: «μου διαφεύγει μια νότα από την ευωδιά της νύχτας», και γελάει,
ίσως για να προλάβει κάποιον που μπορούσε να γελάσει-
Αυτή η βαθειά της κατανόηση κ’ η τρυφερή της επιείκεια
για όλους και για όλα (σχεδόν μια περιφρόνηση) – τη θαύμαζα πάντα και την τρόμαζα
μ’ αυτή την ενσυνείδητη, υψηλή περηφάνεια της,
αναμιγνύοντας το μικρό, πονηρό, πολυδιάστατο γέλιο της,
με το μικρό κρότο του σπίρτου και τη φλόγα του σπίρτου, καθώς άναβε
την κρεμαστή λάμπα της τραπεζαρίας, κ’ είταν εκεί φωτισμένη απ’ τα κάτω,
μ’ εντοπισμένο πιο ισχυρό το φωτισμό στο εύγραμμο πηγούνι της
και στα λεπτά, παλλόμενα ρουθούνια της, που για λίγο
σταματούσαν ν’ ανασαίνουν και στένευαν
σαν για να μείνει κοντά μας, να σταθεί, ν’ ακινητήσει
μη διαλυθεί σα μια στήλη γαλάζιος καπνός στις πνοές της νύχτας,
μην την πάρουν τα δέντρα με τα μακριά κλαδιά τους, μη φορέσει
τη δαχτυλήθρα ενός άστρου για ένα απέραντο εργόχειρο-
Έτσι έβρισκε πάντα η μητέρα την πιο ακριβή της κίνηση και στάση
ακριβώς τη στιγμή της απουσίας της – πάντα φοβόμουνα
μήπως χαθεί μέσα απ’ τα μάτια μας, μήπως αναληφθεί καλύτερα – όταν έσκυβε
να δέσει το σανδάλι της που άφηνε απέξω τα υπέροχα,
βαμμένα, κυκλαμένια νύχια της ή όταν διόρθωνε
τα μαλλιά της μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη
με μια κίνηση της παλάμης της τόσο χαριτωμένη, νεανική και ανάλαφρη
σα να μετακινούσε τρία τέσσερα αστέρια στο μέτωπο του κόσμου,
σα νάβαζε να φιληθούν δυό μαργαρίτες πλάι στην κρήνη
ή σα να κοίταζε με τόλμη στοργικά δυό σκυλιά
να κάνουν έρωτα καταμεσίς του σκονισμένου δρόμου
σ’ ένα καυτό, θερινό μεσημέρι. Τόσο απλή και πειστική είταν η μητέρα
και δυνατή μαζί, επιβλητική κι ανεξερεύνητη.
«Πέτρες»- Γιάννης Ρίτσος
Μητέρα
ο ουρανός γκρεμίστηκεστα δάκρυα των αθώων…
Πόρτες χάσκουν στη νύχτα.Ξίφη αστράφτουν.Ένα φεγγάρι αποκεφαλισμένο.
Οι άνθρωποι ετοιμάζουν σκάλεςΜε ανθρώπινα κόκαλαΓια ν’ ανέβουν.Κύριε, Κύριεκι εμείς εδώστη μέση των μεγάλων δρόμωνλυπημένοι κι αδέξιοιμε το άδειο δισάκι στα χέριαμ’ ένα κλουβί αηδονιών στη ράχημε την πλατιά μνήμη της θάλασσας στο μέτωπομε χέρια αθώα κι απορημένα που δεν επαιτούν.
Μητέρα δε μας μένει τίποτα.Πού θ’ απαγκιάσουμε;Πού θα κοιμηθούμε;…
(Γιάννης Ρίτσος, απόσπασμα απ’ το «Εμβατήριο του ωκεανού»)
Η μάνα μου
( Ν. Καζαντζάκη- απόσπασμα από το βιβλίο «Αναφορά στο Γκρέκο»)
Η μάνα μου, μια άγια γυναίκα. Με υπομονή, μ’ αντοχή κι όλη τη γλύκα της γης απάνω της. Όλοι από το αίμα της μάνας μου οι πρόγονοι ήταν χωριάτες. Σκυμμένοι στο χώμα, κολλημένοι στο χώμα, τα πόδια τους, τα χέρια τους, τα μυαλά τους γεμάτα χώματα. Αγαπούσαν τη γης και της εμπιστεύουνταν όλες τις ελπίδες. Είχαν γίνει, πάππου προς πάππου, ένα μαζί της. Στην αβροχιά, κοράκιαζαν κι αυτοί μαζί της, κι όταν ξεσπούσαν τα πρωτοβρόχια, τα κόκαλά τους έτριζαν και φούσκωναν σαν καλάμια. Κι όταν αλέτριζαν και χαράκωναν βαθιά την κοιλιά της με το γενί, ξαναζούσαν στα στήθια και στα μεριά τους την πρώτη νύχτα που κοιμήθηκαν με τη γυναίκα τους….
Ποτέ δεν είχα δει τη μητέρα μου να γελάει, χαμογελούσε μόνο, και τα βαθουλά, μαύρα μάτια της κοίταζαν τους ανθρώπους γεμάτα υπομονή και καλοσύνη. Πηγαινοέρχονταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι, κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν να ‘χαν τα χέρια της μια καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινή ανάγκη. Μπορεί και να ‘ναι η νεράιδα συλλογιζόμουν κοιτάζοντάς την σιωπηλά….
Οι ώρες που περνούσα με τη μητέρα μου ήταν γεμάτες μυστήριο. Καθόμασταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα πλάι στο παράθυρο, εγώ στο σκαμνάκι μου, κι ένιωθα, μέσα στη σιωπή, το στήθος μου να γεμίζει και να χορταίνει, σαν να ‘ταν ο αγέρας ανάμεσά μας γάλα και βύζαινα.
Από πάνω μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθισμένη, η αυλή μας μοσκομύριζε. Αγαπούσα πού τα ευωδάτα κίτρινα λουλούδια της, τα ‘βαζε η μητέρα μου στις κασέλες και τα σώρουχά μας, τα σεντόνια μας, όλη μου η παιδική ηλικία μύριζε γαζία.
Μιλούσαμε, πολλές ήσυχες κουβέντες, πότε η μητέρα μού διηγόταν για τον πατέρα της, για το χωριό που γεννήθηκε, και πότε ‘γω της στορούσα τους βίους των αγίων που ‘χα διαβάσει, και ξόμπλιαζα τη ζωή τους με τη φαντασία μου. Δεν έφτανα τα μαρτύριά τους, έβαζα κι από δικού μου, ωσότου έπαιρναν τη μητέρα μου τα κλάματα, τη λυπόμουν, κάθιζα στα γόνατά της, της χάιδευα τα μαλλιά και την παρηγορούσα: Μπήκαν στον παράδεισο, μητέρα, μη στεναχωριέσαι, σεριανίζουν κάτω από ανθισμένα δέντρα, κουβεντιάζουν με τους αγγέλους και ξέχασαν τα βάσανά τους. Και κάθε Κυριακή βάζουν χρυσά ρούχα, κόκκινα κασκέτα με φούντες και πάνε να κάμουν βίζιτα στο Θεό.
Κι η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυά της, με κοίταζε σαν να μου έλεγε: Αλήθεια λες; Και μου χαμογελούσε.
Και το καναρίνι, μέσα στο κλουβί του, μας άκουγε, σήκωνε το λαιμό του και κελαηδούσε μεθυσμένο, ευχαριστημένο, σαν να ‘χε κατέβει από τον παράδεισο, σαν να ‘χε αφήσει μια στιγμή τους αγίους κι ήρθε στη γης να καλοκαρδίσει τους ανθρώπους.
Η μητέρα μου, η γαζία, το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα μέσα στο μυαλό μου, δεν μπορώ πια να μυρίσω γαζία, ν’ ακούσω καναρίνι, χωρίς ν’ ανέβει από το σπλάχνο μου η μητέρα μου και να σμίξει με τη μυρουδιά τούτη και με το κελάηδημα του καναρινιού…

Πάολο Κοέλιο"Και ο
Θεός έπλασε τη Μάνα"
Ο Θεός κάλεσε τον πιο αγαπημένο Του άγγελο και του
παρουσίασε ένα πρότυπο μητέρας. Στον άγγελο δεν άρεσε αυτό που είδε.
- Εργαστήκατε πολύ, Κύριε, δεν ξέρετε πλέον τι κάνετε, είπε ο άγγελος.
Κοιτάξτε! Φιλί ειδικό, που θεραπεύει όλες τις αρρώστιες, έξι ζευγάρια χέρια για
να μαγειρεύει, να πλένει, να σιδερώνει, να φροντίζει, να ελέγχει, να καθαρίζει.
Δε θα δουλέψει!
- Το πρόβλημα δεν είναι τα χέρια, αντέτεινε ο Θεός. Είναι τα τρία ζευγάρια
μάτια που χρειάστηκε να βάλω: ένα, για να βλέπει το παιδί της πίσω από κλειστές
πόρτες και να το προστατεύει από ανοιχτά παράθυρα, ένα άλλο, για να το κοιτάζει
με αυστηρότητα, όταν πρέπει να του μάθει κάτι ουσιώδες και το τρίτο, για να του
δείχνει διαρκώς τρυφερότητα και αγάπη, όση δουλειά κι αν έχει εκείνη!
Ο άγγελος εξέτασε το πρότυπο της μητέρας πιο προσεκτικά.
- Κι αυτό τι είναι;
- Ένας μηχανισμός αυτοθεραπείας. Δε θα έχει χρόνο να αρρωσταίνει, θα πρέπει να
ασχολείται με το σύζυγό της, με τα παιδιά, με το σπίτι.
- Νομίζω ότι πρέπει να ξεκουραστείτε λίγο, Κύριε, είπε ο άγγελος. Και να
επιστρέψετε στο κλασικό πρότυπο με τα δύο χέρια, τα δύο μάτια, κ.λπ.
Ο Θεός συμφώνησε με τον άγγελο. Αφού ξεκουράστηκε, μεταμόρφωσε τη μητέρα σε
κανονική γυναίκα. Εξομολογήθηκε όμως στον άγγελο:
- Χρειάστηκε να της δώσω μια τόσο δυνατή θέληση, ώστε να νομίζει ότι θα έχει
έξι χέρια, τρία ζευγάρια μάτια και ικανότητα αυτοθεραπείας. Αλλιώς, δε θα
καταφέρει να εκπληρώσει το καθήκον της.
Ο άγγελος την εξέτασε από κοντά. Κατά τη γνώμη του, αυτή τη φορά ο Θεός είχε
επιτύχει. Ξαφνικά όμως πρόσεξε ένα λάθος:
- Αδειάζει. Αναρωτιέμαι, Κύριε, μήπως βάλατε ξανά υπερβολικά πολλά πράγματα σε
αυτό το πρότυπο μητέρας.
- Δεν αδειάζει. Αυτό ονομάζεται δάκρυ.
- Και σε τι χρησιμεύει;
- Για να δείχνει χαρά, λύπη, απογοήτευση, πόνο, θυμό, ενθουσιασμό.
- Κύριε, είστε μεγαλοφυΐα! αναφώνησε ο άγγελος. Ακριβώς αυτό ήταν που έλειπε,
για να συμπληρωθεί το πρότυπο.
Ο Θεός πρόσθεσε με ύφος μελαγχολικό:
- Δεν το έβαλα εγώ. Όταν συναρμολόγησα όλα τα μέρη, το δάκρυ εμφανίστηκε από
μόνο του.
Ο άγγελος συγχάρηκε πάλι τον Παντοδύναμο κι έτσι δημιουργήθηκαν οι μητέρες.
by artist Van Gogh
ΑBBAS
MAHMOUD AL AKKAD
Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΔΕΝ ΕΛΕΓΕ ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΑΝΤΑ
Η μάνα μου,
μού είπε ψέματα οχτώ φορές. Αυτή η ιστορία ξεκινάει με τη γέννηση μου-ήμουν
μοναχογιός μιας οικογένειας πολύ φτωχής. Δεν είχαμε ούτε τα απαραίτητα για να
καλύψουν τις ανάγκες μας. Όταν καμιά φορά βρίσκαμε λίγο ρύζι για φαγητό η μάνα
μου, μού έδινε το μερίδιό της και μου έλεγε, ενώ κένωνε το πιάτο της στο δικό
μου: Φάε αυτό το ρύζι παιδί μου, εγώ δεν πεινάω. Αυτό ήταν το πρώτο της ψέμα!
Όταν μεγάλωσα λίγο, η μάνα μου πήγαινε, αφού τελείωνε με τις δουλειές του
σπιτιού, στο διπλανό ποτάμι για ψάρεμα ,με την ελπίδα να πιάσει ένα ψάρι για να
με βοηθήσει στην ανάπτυξη του σώματός μου-κι όταν μια φορά έπιασε δύο ψάρια,
έτρεξε στο σπίτι και ετοίμασε το φαγητό και έβαλε τα δυο ψάρια μπροστά μου. Εγώ
άρχισα να τρώω το πρώτο ψάρι κι αυτή έτρωγε ότι περίσσευε από το κρέας και τα
αγκάθια. Η καρδιά μου ράγισε γι` αυτήν, της έβαλα το δεύτερο ψάρι μπροστά της
να το φάει. Αυτή όμως μου το επέστρεψε αμέσως λέγοντας: Φάγε παιδί μου και το
δεύτερο ψάρι δεν το ξέρεις ότι δεν μ` αρέσουν τα ψάρια; Αυτό ήταν το δεύτερό
της ψέμα! Όταν μεγάλωσα, έπρεπε να πάω σχολείο, αλλά λεφτά δεν είχαμε γι` αυτό.
Η μάνα πήγε σε έναν έμπορα και έκλεισε μαζί του μια συμφωνία. Να γυρνάει στα
σπίτια και να πουλάει τα ρούχα στις γυναίκες. Ένα βροχερό βράδυ η μάνα μου
άργησε στη δουλειά της. Πήγα έξω στους γύρω δρόμους να τη βρω. Την βρήκα να
κουβαλάει τα εμπορεύματα και να χτυπάει τις πόρτες. Της φώναξα: Mάνα ας επιστρέψουμε στο σπίτι, είναι
πολύ αργά και κάνει πολύ κρύο. Μπορείς να συνεχίσεις τη δουλειά το πρωί. Αυτή
χαμογέλασε λέγοντας: Mα δεν είμαι
κουρασμένη παιδί μου. Αυτό ήταν το τρίτο της ψέμα! Μια μέρα είχα τις εξετάσεις
του τέλους της χρονιάς, η μάνα μου επέμενε να έρθει μαζί μου. Εγώ μπήκα στην τάξη,
ενώ αυτή με περίμενε στον καυτό ήλιο. Όταν βγήκα με αγκάλιασε με στοργή και
αγάπη και μου έδωσε ευχή για καλή επιτυχία. Μαζί της βρήκα ένα ποτήρι με κρύο
χυμό, το ήπια μέχρι που ξεδίψασα παρόλο που η αγκαλιά της μάνας μου ήταν πιο
κρύα και πιο ασφαλής. Ξαφνικά κοίταξα τη μάνα μου και είδα το πρόσωπό της να
ιδρώνει από την πολλή ζέστη. Αμέσως της έδωσα το ποτήρι λέγοντας: πιες
μάνα. Αυτή μου απάντησε: πιες εσύ παιδί μου, εγώ δεν διψάω. Εκείνο ήταν
το τέταρτο ψέμα που μου είπε! Μετά το θάνατο του πατέρα μου έπρεπε να
ζήσει ως χήρα και μάνα με όλες τις ευθύνες του σπιτιού. Τώρα πια έπρεπε αυτή να
ικανοποιήσει όλες τις ανάγκες μας. Η ζωή μας έγινε πιο δύσκολη, υποφέραμε
από πείνα. Ο θείος μου έμενε δίπλα μας, ήταν καλός άνθρωπος, μας βοηθούσε με όσα μπορούσε. Όταν οι γείτονες είδαν την
κατάστασή μας, πρότειναν στη μάνα μου να ξαναπαντρευτεί έναν άντρα για να μας
βοηθήσει, αφού ήταν ακόμα μικρή. Αυτή όμως απέρριψε την ιδέα λέγοντας τους: Δεν
έχω ανάγκη για αγάπη. Εκείνο ήταν το πέμπτο της ψέμα! Όταν τελείωσα τις
σπουδές μου και αποφοίτησα από το πανεπιστήμιο, βρήκα μια δουλειά αρκετά
καλή, και πίστεψα πως είχε έρθει η ώρα η μάνα μου να ξεκουραστεί και να
αναλάβω εγώ τα έξοδα του σπιτιού. Εκείνη τότε δεν είχε τη δυνατότητα να γυρνάει
στα σπίτια να πουλάει τα ρούχα, οπότε πήγαινε κάθε πρωί λίγα λαχανικά στην
αγορά και τα πούλαγε. Όταν δεν ήθελε να εγκαταλείψει τη δουλειά, της
αφιέρωσα ένα μερίδιο από το μισθό μου. Η μάνα μου πάλι δεν πήρε τα λεφτά
και μου είπε: Παιδί μου, κράτησε τα λεφτά σου, εγώ έχω λεφτά που μου
φτάνουν .Ήταν η έκτη φορά που μου είπε ψέματα! Μαζί με τη δουλειά μου,
συνέχισα τις σπουδές ώστε να πάρω και μεταπτυχιακό. Πέρασα και αυξήθηκε ο
μισθός μου. Η εταιρία στην οποία δούλευα μου έδωσε την ευκαιρία για εργασία
στη Γερμανία. Ένιωσα μεγάλη χαρά. Άρχισα να ονειρεύομαι μια καινούργια και
ευτυχισμένη ζωή. Αφού ταξίδεψα και προετοίμασα το έδαφος, επικοινώνησα με
τη μάνα μου και την κάλεσα να έρθει να ζήσει μαζί μου. Αυτή όμως, δεν
ήθελε να μ` ενοχλήσει, έτσι μου είπε: Παιδί μου εγώ δεν έχω συνηθίσει τη ζωή
της πολυτέλειας. Αυτό ήταν το έβδομο της ψέμα! Η μάνα μου μεγάλωσε και εμφάνισε
καρκίνο. Έπρεπε να είχε δίπλα της κάποιον για να την φροντίζει. Μα τι να
κάνω που ήμουν πολύ μακριά; Άφησα λοιπόν τα πάντα και πήγα να
την επισκεφτώ. Στο σπίτι μας την βρήκα καθηλωμένη στο κρεβάτι, αφού είχε
εγχειριστεί. Όταν με είδε προσπάθησε να χαμογελάσει. Η καρδιά μου όμως
είχε ραγίσει επειδή ήταν πολύ αδύνατη και πολύ αδύναμη. Δεν ήταν η μάνα μου που
ήξερα. Τα κλάματα έτρεχαν από τα μάτια μου. Η μάνα μου προσπάθησε να με
παρηγορήσει λέγοντας: Μην κλαις παιδί μου, εγώ δεν πονάω. Αυτό ήταν το
όγδοό της ψέμα! Κι αφού μου τα `πε αυτά ,έκλεισε τα μάτια της και δεν τα
άνοιξε ποτέ ξανά.
Πάμπλο Πικάσο
Περλ Μπακ, Η μάνα,
Στο απόσπασμα από το μυθιστόρημα Η μάνα (1934) της Αμερικανίδας Περλ Μπακ περιγράφονται η καθημερινή ζωή και οι ασχολίες μιας μητέρας που συντηρεί με την αδιάκοπη εργασία και τη σταθερή αφοσίωσή της τη φτωχή αγροτική της οικογένεια. Η ιστορία εκτυλίσσεται στην Κίνα των αρχών του εικοστού αιώνα και επικεντρώνεται στη μορφή της μητέρας, η οποία, πρότυπο αγάπης, κατανόησης και προσφοράς, στηρίζει την παραδοσιακή πατριαρχική οικογένεια.
Έχει καμιά διαφορά η μια μέρα από την άλλη κάτω από τον ουρανό για μια μάνα; To πρωί η μάνα ξύπνησε και σηκώθηκε πριν ακόμα χαράξει η αυγή, κι ενώ οι άλλοι κοιμόντουσαν ακόμα, άνοιξε την πόρτα, έβγαλε τα πουλερικά* και το γουρούνι, πήγε το νεροβούβαλο μέσα στο μαντρί, και καθάρισε όσες βρομιές είχαν κάνει τη νύχτα, τις μάζεψε και τις έκανε ένα σωρό, σε μια γωνιά του μαντριού. Ενώ οι άλλοι ήταν ακόμη ξαπλωμένοι, πήγε στην κουζίνα, άναψε τη φωτιά και έβρασε το νερό για να πιούνε ο άντρας και η γριά όταν σηκώνονταν, και λίγο από αυτό το έριξε σε μια ξύλινη λεκάνη για να δροσίσει λίγο και να μπορέσει να πλύνει τα μάτια του κοριτσιού.
Κάθε πρωί τα μάτια του κοριτσιού ήταν σφιχτά κλεισμένα και δεν μπορούσε να δει καθόλου ώσπου να του τα πλύνει. Στην αρχή το παιδί φοβόταν, όπως και η μάνα, αλλά η γριά σφύριξε:*
«Έτσι ήμουνα κι εγώ, σαν ήμουνα μικρή, μα δεν πέθανα!».
Τώρα το είχαν συνηθίσει και ήξεραν ότι δε σήμαινε τίποτε έξω από το ότι κάμποσα παιδιά ήταν έτσι κι ότι δεν πέθαναν από αυτό. Μόλις που είχε ρίξει νερό στη λεκάνη, όταν πρόβαλαν τα παιδιά, το αγόρι κρατώντας το κορίτσι από το χέρι. Είχαν βγει συρτά από το κρεβάτι χωρίς να κάνουν θόρυβο, χωρίς να ξυπνήσουν τον άντρα που έτρεμαν το θυμό του, γιατί παρ' όλους τους καλούς και κεφάτους τρόπους που είχε, όταν ήθελε να είναι κεφάτος και καλός, ο άντρας ήταν ικανός να θυμώσει και να ταξυλοφορτώσει* άγρια αν τον ξυπνούσαν πριν από την ώρα του. Τα δυο τους στέκονταν βουβά στην πόρτα κοιτάζοντας τη μάνα και το αγόρι ανοιγόκλεινε τα μάτια του και χασμουριόταν, αλλά το κοριτσάκι καθόταν υπομονετικά περιμένοντας, με τα μάτια σχεδόν κατάκλειστα. Ύστερα η μάνα σηκώθηκε βιαστικά και παίρνοντας την γκρίζα πετσέτα που ήταν κρεμασμένη σ' έναν ξύλινο γάντζο, βούτηξε τη μια της άκρη στη λεκάνη και σιγά σιγά καθάρισε τα μάτια του κοριτσιού. Το παιδί κλαψούρισε, χωρίς να βγάζει ήχο από το στόμα του, μόνο με την ανάσα του, και η μάνα αναλογίστηκε, όπως κάθε πρωί:
«Δεν πρέπει λοιπόν να ξεχάσω την αλοιφή για τα μάτια αυτού του παιδιού. Κάποτε πρέπει να φροντίσω και γι' αυτό. Αν δεν το ξεχάσω όταν πουληθεί το φορτίο με το άχυρο του ρυζιού, την άλλη φορά, θα του πω να πάει σ' ένα μαγαζί με φάρμακα - υπάρχει κάποιο κοντά στην πύλη στα δεξιά, κατηφορίζοντας σ' ένα μικρό δρομάκι».
Ενώ το σκεφτόταν αυτό, ο άντρας πρόβαλε στην πόρτα φορώντας τα ρούχα του. Χασμουρήθηκε δυνατά κι ύστερα έξυσε το κεφάλι του. Εκείνη είπε φωναχτά τη σκέψη της:
«Όταν θα πας να πουλήσεις αυτό το δεμάτι με το άχυρο του ρυζιού, να πας και σε κείνο το μαγαζί που είναι κοντά στην Πύλη του Νερού και να ζητήσεις καμιά αλοιφή ή κανένα άλλο φάρμακο για πονεμένα μάτια σαν και τούτα».
Όμως ο άντρας ήταν ακόμα βαρύς από τον ύπνο κι απάντησε θυμωμένα:
«Και γιατί να ξοδέψουμε από το λίγο έχει μας για πονεμένα μάτια, αφού δε θα πεθάνει ποτέ από δαύτα.* Είχα κι εγώ πονεμένα μάτια όταν ήμουνα μικρός κι ο πατέρας μου ποτέ του δεν ξόδεψε τα λεφτά του για μένα, μόλο που* ήμουνα ο μοναδικός γιος που του είχε απομείνει».
H μάνα, καταλαβαίνοντας πως δεν ήταν κατάλληλη η στιγμή για να μιλήσει, δεν είπε τίποτε παραπάνω και πήγε να του βάλει το νερό του. Ήταν όμως κάπως θυμωμένη και δεν του το έδωσε στο χέρι, αλλά το άφησε στο τραπέζι για να το πάρει μόνος του, αλλά δεν είπε τίποτα και ξέχασε την υπόθεση, για την ώρα. H αλήθεια ήταν ότι πολλά παιδιά είχαν πονεμένα μάτια, και γίνονταν καλά όταν μεγάλωναν, όπως και ο άντρας, που, μόλο που τα μάτια του είχαν κάτι σημάδια γύρω από τα βλέφαρα, που φαίνονταν, αν τα κοίταζε κανένας κατά πρόσωπο, έβλεπε καλά όταν δεν ήταν πολύ μικρό εκείνο που περιεργαζόταν. Δεν ήταν όμως από κείνους τους μορφωμένους που ζούνε με τα βιβλία και πρέπει να βλέπουνε καλά, κι έτσι αυτό δεν είχε σημασία.
Ξάφνου η γριά αναταράχτηκε και φώναξε αδύναμα, και η μάνα τής έφερε ένα κύπελλο με ζεστό νερό, της το έδωσε να το πιει πριν σηκωθεί, και η γριά το ρούφηξε με θόρυβο και ρεύτηκε όλα τα κακά αέρια που έρχονταν από το άδειο στομάχι της, βόγκηξε λίγο και παραπονέθηκε για την ηλικία της, που την έκανε να νιώθει αδύναμη τα πρωινά.
H μάνα γύρισε στην κουζίνα κι άρχισε να ετοιμάζει το πρωινό, και τα παιδιά κάθισαν κοντά της πάνω στο χώμα περιμένοντας κουβαριασμένα γιατί το πρωί ήταν κρύο. Το αγόρι σηκώθηκε στο τέλος και πήγε κοντά στη μάνα του που τάιζε τη φωτιά, αλλά το κορίτσι έμεινε μόνο του. Ξαφνικά ο ήλιος πρόβαλε πάνω από τους ανατολικούς λόφους και το φως ξεχύθηκε σε μεγάλες φωτεινές αχτίνες, που έπεσαν πάνω στα μάτια του παιδιού κι εκείνο τα έκλεισε αμέσως. Άλλοτε θα έκλαιγε, αλλά τώρα πήρε μόνο μια βαθιά ανάσα, όπως θα έκανε ένας μεγάλος, και κάθισε φρόνιμο με τα βλέφαρα σφιχτά κλεισμένα και δεν κουνήθηκε καθόλου μέχρι που ένιωσε τη μάνα του να του βάζει μπροστά του μια γαβάθα* με φαγητό.
Ναι, είναι αλήθεια ότι όλες οι μέρες ήταν όμοιες για τη μάνα, αλλά ποτέ της δεν τις βρήκε στενόχωρες ή πληκτικές κι ήταν αρκετά ευχαριστημένη με το πέρασμά τους. Αν κανένας τη ρωτούσε, θ' άνοιγε διάπλατα εκείνα τα φωτεινά της μάτια και θα έλεγε: «Μα η γης αλλάζει από τη σπορά μέχρι τη συγκομιδή κι έπειτα είναι και το ωρίμασμα της σοδειάς από τη γη μας, και η πληρωμή των σπόρων στον ιδιοκτήτη για τη γη που νοικιάζουμε, κι είναι και οι γιορτές και οι σχόλες και η Πρωτοχρονιά, ναι, ακόμα και τα παιδιά αλλάζουν και μεγαλώνουν, και βρίσκω απασχόληση φτιάχνοντας κι άλλα, και για μένα δεν υπάρχει τίποτα που να μην αλλάζει και όλα αλλάζουν αρκετά για να με κάνουν να δουλεύω από την αυγή ώσπου να πέσει το σκοτάδι, τ' ορκίζομαι».
Όταν της περίσσευε λίγος χρόνος, υπήρχαν άλλες γυναίκες στο χωριουδάκι, αυτή που ήταν να γεννήσει κι εκείνη που θρηνούσε ένα παιδί που είχε χάσει, ή μια άλλη που είχε κάποιο σχέδιο να κεντήσει ένα λουλούδι πάνω σε παπούτσι ή κανένα καινούριο τρόπο για να κοπεί ένα πανωφόρι. Ήταν και μέρες που πήγαινε στην πόλη για να πουλήσει σπόρο ή λάχανα μαζί με τον άντρα της, κι εκεί στην πόλη μπορούσες να δεις περίεργα πράγματα και να τα σκεφθείς, αν βέβαια περίσσευε χρόνος για σκέψη. Αλλά η αλήθεια ήταν ότι αυτή η γυναίκα ήταν από κείνες που μπορούσαν να ζουν ικανοποιημένες με τον άντρα και τα παιδιά χωρίς να σκέφτονται τίποτε άλλο. Εκείνης της έφτανε να γνωρίζει συχνά όλο τον πόθο του άντρα, να πιάνει παιδί μ' αυτόν, να ξέρει ότι μια ζωή μεγαλώνει μέσα στο ίδιο της το κορμί, να νιώθει αυτή την καινούρια σάρκα να παίρνει μορφή και να μεγαλώνει, να γεννάει και να νιώθει τα μωρουδίστικα χείλια να πίνουν από το στήθος της. Της έφτανε να ξυπνάει με το χάραμα, να ταΐζει την οικογένειά της, να ταΐζει τα ζώα, να σπέρνει τη γης και να μαζεύει τον καρπό της, να τραβάει νερό από το πηγάδι για να πιουν, να περνάει μέρες ολάκερες στους λόφους συνάζοντας αγριόχορτα και να νιώθει τον ήλιο και τον άνεμο πάνω της. Χαιρόταν όλη τη ζωή της, τη γέννα, τη δουλειά στα χωράφια, τον ύπνο, το φαγητό και το νερό που έπινε, το σκούπισμα και το συγύρισμα του σπιτιού, τα καλά λόγια από τις γυναίκες του χωριού που την παίνευαν για την προκοπή και για το ράψιμό της. Ακόμα και ο τσακωμός με τον άντρα της ήταν καλός και δυνάμωνε το πάθος που ένιωθε ο ένας για τον άλλο. Έτσι ξυπνούσε κεφάτη κάθε πρωί.
Αυτή τη μέρα, αφού έφαγε ο άντρας, κι αφού στέναξε, πήρε το σκαλιστήρι* του και ξεκίνησε κάπως άκεφα, όπως το συνήθιζε πάντα, για το χωράφι, κι εκείνη καθάρισε τις γαβάθες, έβαλε τη γριά να καθίσει στον ήλιο, κάτω από τη ζεστασιά του, και πρόσταξε τα παιδιά να μην παίζουν κοντά στη γούρνα.* Ύστερα πήρε το σκαλιστήρι της και ξεκίνησε κι εκείνη σταματώντας μια δυο φορές για να κοιτάξει πίσω της. H αδύναμη φωνή της γριάς μόλις που ακουγόταν και η μάνα χαμογέλασε και συνέχισε το δρόμο της. Το μόνο που μπορούσε να κάνει η γριά ήταν να προσέχει την πόρτα και το έκανε με περηφάνια. Μόλο που ήταν γριά και μισότυφλη, μπορούσε να διακρίνει αν πλησίαζε κανένας που δεν έπρεπε και θα έμπηγε αμέσως τις φωνές. Ήταν ενοχλητική γριά και οι ενοχλητικοί γέροι είναι χειρότεροι κι από τα παιδιά, γιατί δεν μπορείς να τους χαστουκίσεις όπως τα παιδιά. Κι όμως, όταν η γυναίκα του ξαδέρφου είπε κάποτε: «Θα είναι πολύ καλό για σένα να πεθάνει αυτό το γέρικο πράμα, που είναι τόσο γερασμένο και στραβό, κι όλο πόνους και γκρίνια για το φαγητό», η μάνα είχε απαντήσει με τον ήρεμο τρόπο που έπαιρνε όταν ένιωθε κάποτε κρυφή στοργή: «Ναι, αλλά είναι πολύ χρήσιμη ακόμα, για να μας φυλάει την πόρτα, κι ελπίζω ότι θα ζήσει μέχρι που να μεγαλώσει λίγο το κορίτσι».
Ναι, η μάνα ποτέ της δεν μπορούσε να κάνει την καρδιά της να σκληρύνει απέναντι σε μια γριά σαν κι εκείνη. Είχε ακούσει για γυναίκες που περηφανεύονταν ότι είχαν κηρύξει τον πόλεμο στα σπίτια τους ενάντια στις πεθερές τους και πως δεν μπορούσαν να ανεχτούνε τον κακό τους τρόπο. Όμως σ' αυτή τη νεαρή μάνα, η γριά φαινότανε σαν να ήτανε ένα ακόμα παιδί της, ολότελα ξεμωραμένο,* που ήθελε τούτο και το άλλο, όπως τα παιδιά. Έτσι καμιά φορά τής φαινόταν κουραστικό να τρέχει εδώ κι εκεί πάνω στους λόφους την άνοιξη, ψάχνοντας να βρει ένα χόρτο που πολύ το 'χε πεθυμήσει η δύστυχη γριά, όμως, όταν έφτασε κάποιο καλοκαίρι κι έπεσε βαριά διάρροια στο χωριό, τόσο βαριά που πέθαναν δυο ολόγεροι άντρες, μερικές γυναίκες και πολλά μικρά παιδιά, και η γριά ήταν του θανατά, ή τουλάχιστον έτσι τους φαινόταν, αγόρασαν το καλύτερο φέρετρο που μπόρεσαν να βρουν και το ετοίμασαν. Η γριά όμως δεν πέθανε και η νεαρή μάνα ένιωσε αληθινή χαρά όταν την είδε πως γαντζώθηκε στη ζωή και κατάφερε να ζήσει. Ναι, μόλο που η σκληρόπετση* γριά είχε λιώσει δυο νεκρικά φορέματα, η μάνα ήταν ευτυχισμένη που ζούσε ακόμα. Όλο το χωριό το είχε για αστείο το πώς κρεμόταν στη ζωή. Το κόκκινο ρούχο που είχε φτιάξει η μάνα για να τη θάψει, το φορούσε κάτω από το γαλάζιο, όπως ήταν έθιμο σ' εκείνα τα μέρη, μέχρι που να λιώσει και να πεταχτεί και η γριά ανυπομονούσε και δεν αισθανότανε καλά ώσπου η μάνα τής ετοίμασε καινούριο. Και τώρα, φορούσε αυτό το δεύτερο χαρούμενη κι αν κανένας τής φώναζε: «Ακόμα εδώ είσαι, γριούλα;», απαντούσε κεφάτα: «Ναι, εδώ είμαι και φοράω τα καλά μου νεκρικά φορέματα. Εκείνα λιώνουν, εγώ ζω. Τα λιώνω και ούτε που ξέρω πόσα θα λιώσω ακόμα».
Και η γριά γελούσε καθώς σκεφτόταν πόσο όμορφο αστείο ήταν που ζούσε και που δεν έλεγε να πεθάνει.
Τώρα, κοιτάζοντας πίσω, η μάνα χαμογέλασε κι άκουσε τη φωνή της γριάς: «Ησύχασε, καλή μου κόρη — εγώ είμαι εδώ και φυλάω την πόρτα».
Ναι, θα της λείψει πολύ όταν θα πεθάνει αυτή η γέρικη ψυχή. Αλλά τι σημασία έχει που θα της λείψει; Η ζωή ερχόταν κι έφευγε την ορισμένη ώρα και δεν μπορείς να ελπίζεις πως θα ξεφύγεις από την ώρα σου.
Κι έτσι η μάνα συνέχισε ήσυχη το δρόμο της.
Κάθε πρωί τα μάτια του κοριτσιού ήταν σφιχτά κλεισμένα και δεν μπορούσε να δει καθόλου ώσπου να του τα πλύνει. Στην αρχή το παιδί φοβόταν, όπως και η μάνα, αλλά η γριά σφύριξε:*
«Έτσι ήμουνα κι εγώ, σαν ήμουνα μικρή, μα δεν πέθανα!».
Τώρα το είχαν συνηθίσει και ήξεραν ότι δε σήμαινε τίποτε έξω από το ότι κάμποσα παιδιά ήταν έτσι κι ότι δεν πέθαναν από αυτό. Μόλις που είχε ρίξει νερό στη λεκάνη, όταν πρόβαλαν τα παιδιά, το αγόρι κρατώντας το κορίτσι από το χέρι. Είχαν βγει συρτά από το κρεβάτι χωρίς να κάνουν θόρυβο, χωρίς να ξυπνήσουν τον άντρα που έτρεμαν το θυμό του, γιατί παρ' όλους τους καλούς και κεφάτους τρόπους που είχε, όταν ήθελε να είναι κεφάτος και καλός, ο άντρας ήταν ικανός να θυμώσει και να ταξυλοφορτώσει* άγρια αν τον ξυπνούσαν πριν από την ώρα του. Τα δυο τους στέκονταν βουβά στην πόρτα κοιτάζοντας τη μάνα και το αγόρι ανοιγόκλεινε τα μάτια του και χασμουριόταν, αλλά το κοριτσάκι καθόταν υπομονετικά περιμένοντας, με τα μάτια σχεδόν κατάκλειστα. Ύστερα η μάνα σηκώθηκε βιαστικά και παίρνοντας την γκρίζα πετσέτα που ήταν κρεμασμένη σ' έναν ξύλινο γάντζο, βούτηξε τη μια της άκρη στη λεκάνη και σιγά σιγά καθάρισε τα μάτια του κοριτσιού. Το παιδί κλαψούρισε, χωρίς να βγάζει ήχο από το στόμα του, μόνο με την ανάσα του, και η μάνα αναλογίστηκε, όπως κάθε πρωί:
«Δεν πρέπει λοιπόν να ξεχάσω την αλοιφή για τα μάτια αυτού του παιδιού. Κάποτε πρέπει να φροντίσω και γι' αυτό. Αν δεν το ξεχάσω όταν πουληθεί το φορτίο με το άχυρο του ρυζιού, την άλλη φορά, θα του πω να πάει σ' ένα μαγαζί με φάρμακα - υπάρχει κάποιο κοντά στην πύλη στα δεξιά, κατηφορίζοντας σ' ένα μικρό δρομάκι».
| Εμμανουήλ Ζαΐρης, Οι σιδερώστρες (λεπτομέρεια) |
«Όταν θα πας να πουλήσεις αυτό το δεμάτι με το άχυρο του ρυζιού, να πας και σε κείνο το μαγαζί που είναι κοντά στην Πύλη του Νερού και να ζητήσεις καμιά αλοιφή ή κανένα άλλο φάρμακο για πονεμένα μάτια σαν και τούτα».
Όμως ο άντρας ήταν ακόμα βαρύς από τον ύπνο κι απάντησε θυμωμένα:
«Και γιατί να ξοδέψουμε από το λίγο έχει μας για πονεμένα μάτια, αφού δε θα πεθάνει ποτέ από δαύτα.* Είχα κι εγώ πονεμένα μάτια όταν ήμουνα μικρός κι ο πατέρας μου ποτέ του δεν ξόδεψε τα λεφτά του για μένα, μόλο που* ήμουνα ο μοναδικός γιος που του είχε απομείνει».
H μάνα, καταλαβαίνοντας πως δεν ήταν κατάλληλη η στιγμή για να μιλήσει, δεν είπε τίποτε παραπάνω και πήγε να του βάλει το νερό του. Ήταν όμως κάπως θυμωμένη και δεν του το έδωσε στο χέρι, αλλά το άφησε στο τραπέζι για να το πάρει μόνος του, αλλά δεν είπε τίποτα και ξέχασε την υπόθεση, για την ώρα. H αλήθεια ήταν ότι πολλά παιδιά είχαν πονεμένα μάτια, και γίνονταν καλά όταν μεγάλωναν, όπως και ο άντρας, που, μόλο που τα μάτια του είχαν κάτι σημάδια γύρω από τα βλέφαρα, που φαίνονταν, αν τα κοίταζε κανένας κατά πρόσωπο, έβλεπε καλά όταν δεν ήταν πολύ μικρό εκείνο που περιεργαζόταν. Δεν ήταν όμως από κείνους τους μορφωμένους που ζούνε με τα βιβλία και πρέπει να βλέπουνε καλά, κι έτσι αυτό δεν είχε σημασία.
Ξάφνου η γριά αναταράχτηκε και φώναξε αδύναμα, και η μάνα τής έφερε ένα κύπελλο με ζεστό νερό, της το έδωσε να το πιει πριν σηκωθεί, και η γριά το ρούφηξε με θόρυβο και ρεύτηκε όλα τα κακά αέρια που έρχονταν από το άδειο στομάχι της, βόγκηξε λίγο και παραπονέθηκε για την ηλικία της, που την έκανε να νιώθει αδύναμη τα πρωινά.
H μάνα γύρισε στην κουζίνα κι άρχισε να ετοιμάζει το πρωινό, και τα παιδιά κάθισαν κοντά της πάνω στο χώμα περιμένοντας κουβαριασμένα γιατί το πρωί ήταν κρύο. Το αγόρι σηκώθηκε στο τέλος και πήγε κοντά στη μάνα του που τάιζε τη φωτιά, αλλά το κορίτσι έμεινε μόνο του. Ξαφνικά ο ήλιος πρόβαλε πάνω από τους ανατολικούς λόφους και το φως ξεχύθηκε σε μεγάλες φωτεινές αχτίνες, που έπεσαν πάνω στα μάτια του παιδιού κι εκείνο τα έκλεισε αμέσως. Άλλοτε θα έκλαιγε, αλλά τώρα πήρε μόνο μια βαθιά ανάσα, όπως θα έκανε ένας μεγάλος, και κάθισε φρόνιμο με τα βλέφαρα σφιχτά κλεισμένα και δεν κουνήθηκε καθόλου μέχρι που ένιωσε τη μάνα του να του βάζει μπροστά του μια γαβάθα* με φαγητό.
Ναι, είναι αλήθεια ότι όλες οι μέρες ήταν όμοιες για τη μάνα, αλλά ποτέ της δεν τις βρήκε στενόχωρες ή πληκτικές κι ήταν αρκετά ευχαριστημένη με το πέρασμά τους. Αν κανένας τη ρωτούσε, θ' άνοιγε διάπλατα εκείνα τα φωτεινά της μάτια και θα έλεγε: «Μα η γης αλλάζει από τη σπορά μέχρι τη συγκομιδή κι έπειτα είναι και το ωρίμασμα της σοδειάς από τη γη μας, και η πληρωμή των σπόρων στον ιδιοκτήτη για τη γη που νοικιάζουμε, κι είναι και οι γιορτές και οι σχόλες και η Πρωτοχρονιά, ναι, ακόμα και τα παιδιά αλλάζουν και μεγαλώνουν, και βρίσκω απασχόληση φτιάχνοντας κι άλλα, και για μένα δεν υπάρχει τίποτα που να μην αλλάζει και όλα αλλάζουν αρκετά για να με κάνουν να δουλεύω από την αυγή ώσπου να πέσει το σκοτάδι, τ' ορκίζομαι».
Όταν της περίσσευε λίγος χρόνος, υπήρχαν άλλες γυναίκες στο χωριουδάκι, αυτή που ήταν να γεννήσει κι εκείνη που θρηνούσε ένα παιδί που είχε χάσει, ή μια άλλη που είχε κάποιο σχέδιο να κεντήσει ένα λουλούδι πάνω σε παπούτσι ή κανένα καινούριο τρόπο για να κοπεί ένα πανωφόρι. Ήταν και μέρες που πήγαινε στην πόλη για να πουλήσει σπόρο ή λάχανα μαζί με τον άντρα της, κι εκεί στην πόλη μπορούσες να δεις περίεργα πράγματα και να τα σκεφθείς, αν βέβαια περίσσευε χρόνος για σκέψη. Αλλά η αλήθεια ήταν ότι αυτή η γυναίκα ήταν από κείνες που μπορούσαν να ζουν ικανοποιημένες με τον άντρα και τα παιδιά χωρίς να σκέφτονται τίποτε άλλο. Εκείνης της έφτανε να γνωρίζει συχνά όλο τον πόθο του άντρα, να πιάνει παιδί μ' αυτόν, να ξέρει ότι μια ζωή μεγαλώνει μέσα στο ίδιο της το κορμί, να νιώθει αυτή την καινούρια σάρκα να παίρνει μορφή και να μεγαλώνει, να γεννάει και να νιώθει τα μωρουδίστικα χείλια να πίνουν από το στήθος της. Της έφτανε να ξυπνάει με το χάραμα, να ταΐζει την οικογένειά της, να ταΐζει τα ζώα, να σπέρνει τη γης και να μαζεύει τον καρπό της, να τραβάει νερό από το πηγάδι για να πιουν, να περνάει μέρες ολάκερες στους λόφους συνάζοντας αγριόχορτα και να νιώθει τον ήλιο και τον άνεμο πάνω της. Χαιρόταν όλη τη ζωή της, τη γέννα, τη δουλειά στα χωράφια, τον ύπνο, το φαγητό και το νερό που έπινε, το σκούπισμα και το συγύρισμα του σπιτιού, τα καλά λόγια από τις γυναίκες του χωριού που την παίνευαν για την προκοπή και για το ράψιμό της. Ακόμα και ο τσακωμός με τον άντρα της ήταν καλός και δυνάμωνε το πάθος που ένιωθε ο ένας για τον άλλο. Έτσι ξυπνούσε κεφάτη κάθε πρωί.
Αυτή τη μέρα, αφού έφαγε ο άντρας, κι αφού στέναξε, πήρε το σκαλιστήρι* του και ξεκίνησε κάπως άκεφα, όπως το συνήθιζε πάντα, για το χωράφι, κι εκείνη καθάρισε τις γαβάθες, έβαλε τη γριά να καθίσει στον ήλιο, κάτω από τη ζεστασιά του, και πρόσταξε τα παιδιά να μην παίζουν κοντά στη γούρνα.* Ύστερα πήρε το σκαλιστήρι της και ξεκίνησε κι εκείνη σταματώντας μια δυο φορές για να κοιτάξει πίσω της. H αδύναμη φωνή της γριάς μόλις που ακουγόταν και η μάνα χαμογέλασε και συνέχισε το δρόμο της. Το μόνο που μπορούσε να κάνει η γριά ήταν να προσέχει την πόρτα και το έκανε με περηφάνια. Μόλο που ήταν γριά και μισότυφλη, μπορούσε να διακρίνει αν πλησίαζε κανένας που δεν έπρεπε και θα έμπηγε αμέσως τις φωνές. Ήταν ενοχλητική γριά και οι ενοχλητικοί γέροι είναι χειρότεροι κι από τα παιδιά, γιατί δεν μπορείς να τους χαστουκίσεις όπως τα παιδιά. Κι όμως, όταν η γυναίκα του ξαδέρφου είπε κάποτε: «Θα είναι πολύ καλό για σένα να πεθάνει αυτό το γέρικο πράμα, που είναι τόσο γερασμένο και στραβό, κι όλο πόνους και γκρίνια για το φαγητό», η μάνα είχε απαντήσει με τον ήρεμο τρόπο που έπαιρνε όταν ένιωθε κάποτε κρυφή στοργή: «Ναι, αλλά είναι πολύ χρήσιμη ακόμα, για να μας φυλάει την πόρτα, κι ελπίζω ότι θα ζήσει μέχρι που να μεγαλώσει λίγο το κορίτσι».
Ναι, η μάνα ποτέ της δεν μπορούσε να κάνει την καρδιά της να σκληρύνει απέναντι σε μια γριά σαν κι εκείνη. Είχε ακούσει για γυναίκες που περηφανεύονταν ότι είχαν κηρύξει τον πόλεμο στα σπίτια τους ενάντια στις πεθερές τους και πως δεν μπορούσαν να ανεχτούνε τον κακό τους τρόπο. Όμως σ' αυτή τη νεαρή μάνα, η γριά φαινότανε σαν να ήτανε ένα ακόμα παιδί της, ολότελα ξεμωραμένο,* που ήθελε τούτο και το άλλο, όπως τα παιδιά. Έτσι καμιά φορά τής φαινόταν κουραστικό να τρέχει εδώ κι εκεί πάνω στους λόφους την άνοιξη, ψάχνοντας να βρει ένα χόρτο που πολύ το 'χε πεθυμήσει η δύστυχη γριά, όμως, όταν έφτασε κάποιο καλοκαίρι κι έπεσε βαριά διάρροια στο χωριό, τόσο βαριά που πέθαναν δυο ολόγεροι άντρες, μερικές γυναίκες και πολλά μικρά παιδιά, και η γριά ήταν του θανατά, ή τουλάχιστον έτσι τους φαινόταν, αγόρασαν το καλύτερο φέρετρο που μπόρεσαν να βρουν και το ετοίμασαν. Η γριά όμως δεν πέθανε και η νεαρή μάνα ένιωσε αληθινή χαρά όταν την είδε πως γαντζώθηκε στη ζωή και κατάφερε να ζήσει. Ναι, μόλο που η σκληρόπετση* γριά είχε λιώσει δυο νεκρικά φορέματα, η μάνα ήταν ευτυχισμένη που ζούσε ακόμα. Όλο το χωριό το είχε για αστείο το πώς κρεμόταν στη ζωή. Το κόκκινο ρούχο που είχε φτιάξει η μάνα για να τη θάψει, το φορούσε κάτω από το γαλάζιο, όπως ήταν έθιμο σ' εκείνα τα μέρη, μέχρι που να λιώσει και να πεταχτεί και η γριά ανυπομονούσε και δεν αισθανότανε καλά ώσπου η μάνα τής ετοίμασε καινούριο. Και τώρα, φορούσε αυτό το δεύτερο χαρούμενη κι αν κανένας τής φώναζε: «Ακόμα εδώ είσαι, γριούλα;», απαντούσε κεφάτα: «Ναι, εδώ είμαι και φοράω τα καλά μου νεκρικά φορέματα. Εκείνα λιώνουν, εγώ ζω. Τα λιώνω και ούτε που ξέρω πόσα θα λιώσω ακόμα».
Και η γριά γελούσε καθώς σκεφτόταν πόσο όμορφο αστείο ήταν που ζούσε και που δεν έλεγε να πεθάνει.
Τώρα, κοιτάζοντας πίσω, η μάνα χαμογέλασε κι άκουσε τη φωνή της γριάς: «Ησύχασε, καλή μου κόρη — εγώ είμαι εδώ και φυλάω την πόρτα».
Ναι, θα της λείψει πολύ όταν θα πεθάνει αυτή η γέρικη ψυχή. Αλλά τι σημασία έχει που θα της λείψει; Η ζωή ερχόταν κι έφευγε την ορισμένη ώρα και δεν μπορείς να ελπίζεις πως θα ξεφύγεις από την ώρα σου.
Κι έτσι η μάνα συνέχισε ήσυχη το δρόμο της.
Π. Μπακ, Η μάνα,
μτφρ. Κώστας Κυριαζής, Πάπυρος
μτφρ. Κώστας Κυριαζής, Πάπυρος
Γεωργίου Βερίτη (Μάνα γλυκυτάτη, Απαντα ΠΟΙΗΜΑΤΑ)
Θέ μου, να κάμω σε Σένα θερμή προσευχή!
Θέ μου, η αγάπη Σου ας είν΄ πιο βαθιά, πιο γλυκιά για τη Μάνα!
Μέσα της κάμε ν΄ απλώνεται πάντα η δική Σου γαλήνη,
και στις πληγές της καρδιάς της η χάρη Σου βάλσαμο ας γίνη.
Μάνα γλυκύτατη, Μάνα ουρανόσταλτη, ατίμητη Μάνα!
δε σε θαμπώνουν απάτες εσένα κι΄ονείρατα πλάνα.
Πάνω στο χρέος ακοίμητη εσύ, νύχτα - μέρα σκυμμένη,
τ΄άπειρο ακούς μέσ΄τα χάη μια - μια τις στιγμές να σημαίνη.
Τόσο η ψυχή σου είν΄απλή, που μιλά με τ΄αμίλητα πλάσματα,
κι ούτε γελιέσαι ποτέ μ΄όσα φτιάνει το ψέμα φαντάσματα.
Θέ μου, να κάμω σε Σένα θερμή προσευχή!
Θέ μου, η αγάπη Σου ας είν΄ πιο βαθιά, πιο γλυκιά για τη Μάνα!
Μέσα της κάμε ν΄ απλώνεται πάντα η δική Σου γαλήνη,
και στις πληγές της καρδιάς της η χάρη Σου βάλσαμο ας γίνη.
Μάνα γλυκύτατη, Μάνα ουρανόσταλτη, ατίμητη Μάνα!
δε σε θαμπώνουν απάτες εσένα κι΄ονείρατα πλάνα.
Πάνω στο χρέος ακοίμητη εσύ, νύχτα - μέρα σκυμμένη,
τ΄άπειρο ακούς μέσ΄τα χάη μια - μια τις στιγμές να σημαίνη.
Τόσο η ψυχή σου είν΄απλή, που μιλά με τ΄αμίλητα πλάσματα,
κι ούτε γελιέσαι ποτέ μ΄όσα φτιάνει το ψέμα φαντάσματα.
Μάνα, η στοργή σου μεγάλη κι΄απέραντη όσο η πλάση!
Ποιός θα μπορέση ως βαθιά την καρδιά σου ποτέ να διαβάση;
Μάνα, η στοργή σου πασίχαρη σαν τις αχτίδες του ήλιου,
μέσ΄στη χαρά του χρυσού προσκαλεί μαγικού σου βασίλειου.
Πώς με βελούδινα δάχτυλ΄αγγίζεις τους πόνους μας και τους γλυκαίνεις
Μάνα γλυκύτατη, όλα τα βάσανα συ τ΄απαλαίνεις!
Πάνω απ΄το λίκνο μας σκύβοντας, άγγελε - ώ τη χαρά σου!
τα μεταξένια σου απλώνεις φτερά, τα μεγάλα φτερά σου.
΄Ω το γλυκό, τρυφερό σου, μανούλα, κι΄ολόθερμο φίλημα,
στου βρεφικού μας ονείρου τ΄αθώο κι΄απλό παραμίλημα!
΄Ω, πώς πονάς όταν βλέπεις εμάς στο κρεββάτι του πόνου,
και στους δικούς μας κινδύνους, καλή, πόσα φίδια σε ζώνουν!
Πόσες φορές σου τρυπάμε, φτωχή, την καρδιά με μαχαίρι,
και πόσες άλλες σηκώσαμε απάνω σου βέβηλο χέρι!
Πόσες φορές σ΄ανεβάσαμε απάνω σε ξύλον οδύνης,
δίχως εσύ και μια λέξη πικρή παραπόνου ν΄αφήνης!
Κ΄ώ, πόσες άλλες φορές στου φρικτού Γολγοθά μας τα σκότη
μόνη σου κλαις, σ΄ένα θρήνο βουβό, τη χαμένη μας νιότη!
΄Ολα μας ταμαθες, Μάνα γλυκύτατη, ατίμητη Μάνα,
και με της Πίστης μας τ΄άγιο μας έθρεψες κ΄άφθαρτο μάννα.
΄Ενα κομμάτι χτυσάφι μας έκρυψες μέσα βαθιά μας,
να μπουμπουκιάσουν οι ανθοί λαχταράς του καλού στην καρδιά μας.
Ποιός θα μπορέση ως βαθιά την καρδιά σου ποτέ να διαβάση;
Μάνα, η στοργή σου πασίχαρη σαν τις αχτίδες του ήλιου,
μέσ΄στη χαρά του χρυσού προσκαλεί μαγικού σου βασίλειου.
Πώς με βελούδινα δάχτυλ΄αγγίζεις τους πόνους μας και τους γλυκαίνεις
Μάνα γλυκύτατη, όλα τα βάσανα συ τ΄απαλαίνεις!
Πάνω απ΄το λίκνο μας σκύβοντας, άγγελε - ώ τη χαρά σου!
τα μεταξένια σου απλώνεις φτερά, τα μεγάλα φτερά σου.
΄Ω το γλυκό, τρυφερό σου, μανούλα, κι΄ολόθερμο φίλημα,
στου βρεφικού μας ονείρου τ΄αθώο κι΄απλό παραμίλημα!
΄Ω, πώς πονάς όταν βλέπεις εμάς στο κρεββάτι του πόνου,
και στους δικούς μας κινδύνους, καλή, πόσα φίδια σε ζώνουν!
Πόσες φορές σου τρυπάμε, φτωχή, την καρδιά με μαχαίρι,
και πόσες άλλες σηκώσαμε απάνω σου βέβηλο χέρι!
Πόσες φορές σ΄ανεβάσαμε απάνω σε ξύλον οδύνης,
δίχως εσύ και μια λέξη πικρή παραπόνου ν΄αφήνης!
Κ΄ώ, πόσες άλλες φορές στου φρικτού Γολγοθά μας τα σκότη
μόνη σου κλαις, σ΄ένα θρήνο βουβό, τη χαμένη μας νιότη!
΄Ολα μας ταμαθες, Μάνα γλυκύτατη, ατίμητη Μάνα,
και με της Πίστης μας τ΄άγιο μας έθρεψες κ΄άφθαρτο μάννα.
΄Ενα κομμάτι χτυσάφι μας έκρυψες μέσα βαθιά μας,
να μπουμπουκιάσουν οι ανθοί λαχταράς του καλού στην καρδιά μας.
Μάνα! πού βρήκες την τόση στοργή, την αγάπη την τόση;
Μέσ΄στην ψυχή σου απ΄το χέρι του Πλάστη μας έχει φυτρώσει!
Μάνα, που πήρες απ΄ όλα τα πλάσματ΄ ανώτερο θρόνο,
άφθαρτη μένει κι΄ ανέγγιχτ' η δόξα σου μέσα στο χρόνο.
Μεσ΄στην αγκάλη σου, ώ θαύμα! κρατάς το Θεό μας, Μητέρα,
κι΄ είσαι απ΄τη γη κι΄απ΄τους κόσμους των άστρων, εσύ, ΠΛΑΤΥΤΕΡΑ!!!
Μέσ΄στην ψυχή σου απ΄το χέρι του Πλάστη μας έχει φυτρώσει!
Μάνα, που πήρες απ΄ όλα τα πλάσματ΄ ανώτερο θρόνο,
άφθαρτη μένει κι΄ ανέγγιχτ' η δόξα σου μέσα στο χρόνο.
Μεσ΄στην αγκάλη σου, ώ θαύμα! κρατάς το Θεό μας, Μητέρα,
κι΄ είσαι απ΄τη γη κι΄απ΄τους κόσμους των άστρων, εσύ, ΠΛΑΤΥΤΕΡΑ!!!

by artist Pino mother 's love
Κική Δημουλά "Το μικρό μου παιδί"
Το μικρό μου παιδί
σοβαρή αταξία έκανε πάλι.
Στο πεζούλι του σύμπαντος σκαρφάλωσε,
σκούντησε με το χέρι του
το κρεμασμένο
στον τοίχο τ’ ουρανού
κόκκινο πιάτο,
κι έχυσε όλο το φως επάνω του.
Ο Θεός απόρησε
που είδε τον ήλιο
ντυμένο ρούχα παιδικά
να κατεβαίνει τρέχοντας
της φαντασίας μου τη σκάλα
και να έρχεται σε μένα.
Κι εγώ κάθομαι τώρα
και μαλώνω αυστηρά
το μικρό μου παιδί,
ενώ κλέβω κρυφά
τον χυμένο επάνω του ήλιο.
του Γεώργιου Μαρτινέλλη
Μάνα κράζει το παιδάκι,
Μάνα ο νιος και Μάνα ο γέρος,
Μάνα ακούς σε κάθε μέρος,
Α! τι όνομα γλυκό.
Τη χαρά σου και τη λύπη
με τη μάνα τη μοιράζεις,
ποθητά την αγκαλιάζεις,
δεν της κρύβεις μυστικό.
Εις τον κόσμον άλλο πλάσμα
δεν θα βρεις να σε μαντεύει,
σαν τη μάνα που λατρεύει,
σαν τη μάνα που πονεί.
Την υγειά της, τη ζωή της,
όλα η μάνα τ' αψηφάει
για το τέκνο π' αγαπάει,
για το τέκνο που φιλεί.
Όπου τρέχεις, πάντα η μάνα
με το νου σε συντροφεύει,
σε προσμένει, σε γυρεύει
μ' ανυπόμονη καρδιά.
Κι αν σκληρός εσύ φαρμάκια
την ποτίζεις την καημένη,
πάντα η μάνα σ' απανταίνει
με τα ολόθερμα φιλιά.
Δυστυχής όποιος τη χάνει
ο καημός είναι μεγάλος
σαν τη μάνα δεν είν' άλλος
εις τον κόσμο θησαυρός.
Κι' όποιος μάνα πια δεν έχει,
Μάνα κράζει στ' όνειρό του
πάντα Μάνα στον καημό του
είν’ ο μόνος στεναγμός!
by artist Frederick Warren Freer
Μανούλα (παιδικό)
Έχω μια γλυκιά μανούλα που πολύ με αγαπά
Νύχτα μέρα με φροντίζει και για με καρδιοχτυπά
Σαν γλιστρήσω και χτυπήσω θε να τρέξω στο λεπτό
Στην αγκάλη της να πέσω με λαχτάρα και καημό.
Μ' ένα της γλυκό φιλάκι κάθε πόνος πάει μακριά
Κι είν' η πιο ζεστή φωλίτσα η γλυκιά της αγκαλιά.
by artist Pierre Auguste Renoir
Η ΜΑΝΟΥΛΑ
Στέλιος Σπεράντσας
Η ΜΑΝΟΥΛΑ
Ποιός την κούνια μας κουνάει,
όταν είμαστε μικράκια;
Ποιός χαμογελά στο πλάι
και γλυκά μας λέει λογάκια
και τον ύπνο προσκαλεί;
Η μαμά μας η καλή!
Τα μαλλιά μας ποιός χτενίζει;
Ποιός μας καμαρώνει, αλήθεια;
Ποιός παιχνίδια μας χαρίζει;
Ποιός μας λέει τα παραμύθια
στη φωτίτσα μας σιμά;
Η γλυκιά μας η μαμά!
Κι όταν κάποτε ένα στόμα
κάτι με θυμό μας λέει,
κι όταν παρακούμε ακόμα,
ποιός πονεί και σιγοκλαίει
κι έχει πίκρα στην καρδιά;
Πάντα η μάννα μας, παιδιά!
by artist Thomas Benjamin Kennington.
ΜΑΝΑ"
Γεράσιμος Μαρκοράς
ΜΑΝΑ"
Γεράσιμος Μαρκοράς
Μάνα! Δεν βρίσκεται λέξη καμία
να’ χει στον ήχο της τόση αρμονία,
σαν ποιός να σ’ άκουσε με στήθος κρύο,
να’ χει στον ήχο της τόση αρμονία,
σαν ποιός να σ’ άκουσε με στήθος κρύο,
όνομα θείο;
Παιδί από σπάργανα ζωσμένο ακόμα,
με χάρη ανοίγοντας γλυκά το στόμα,
γυρνάει στον άγγελο που τ’ αγκαλιάζει
και Μάνα! κράζει.
με χάρη ανοίγοντας γλυκά το στόμα,
γυρνάει στον άγγελο που τ’ αγκαλιάζει
και Μάνα! κράζει.
Στον κόσμο τρέχοντας ο νέος διαβάτης
πέφτει στ’ αγνώριστα βρόχια τσ’ απάτης,
και αναστενάζοντας, Μάνα μου! λέει,
Μάνα! και κλαίει.
πέφτει στ’ αγνώριστα βρόχια τσ’ απάτης,
και αναστενάζοντας, Μάνα μου! λέει,
Μάνα! και κλαίει.
Της νιότης φεύγουνε τ’ άνθια κ’ η χάρη
τριγύρω σέρνεται με αργό ποδάρι,
ώσπου στην κλίνη του, σα βαρεμένος,
πέφτει ο καημένος.
τριγύρω σέρνεται με αργό ποδάρι,
ώσπου στην κλίνη του, σα βαρεμένος,
πέφτει ο καημένος.
Και πριν την ύστερη πνοή του στείλει,
αργά ταράζονται τα κρύα του χείλη,
και με το Μάνα μου! πρώτη φωνή του,
πετά η ψυχή του.
αργά ταράζονται τα κρύα του χείλη,
και με το Μάνα μου! πρώτη φωνή του,
πετά η ψυχή του.
**
Ένα παιδί, μοναχοπαίδι, αγόρι,
αγάπησε μιας μάγισσας την κόρη.
- Δεν αγαπώ εγώ, του λέει, παιδιά,
μ’ αν θέλεις να σου δώσω το φιλί μου,
της μάνας σου να φέρεις την καρδιά
να ρίξω να τη φάει το σκυλί μου.
Τρέχει ο νιος, τη μάνα του σκοτώνει
και την καρδιά τραβάει και ξεριζώνει.
Και τρέχει να την πάει, μα σκοντάφτει
και πέφτει ο νιος κατάχαμα με δαύτη.
Κυλάει ο νιος και η καρδιά κυλάει
και την ακούει να κλαίει και να μιλάει.
Μιλάει η μάνα στο παιδί και λέει:
- Εχτύπησες, αγόρι μου; και κλαίει!
Σολωμός Διονύσιος "Η Ελληνίδα μητέρα"
Κρέμεται το σπαθί κοντά στην κούνια σου, καλό μου,
αλλά το χέρι δεν είναι που το ’σφιγγε στη νίκη.
Μακρύς ο λάκκος π’ άνοιξε και κλει το γίγαντά μου.
Κάμπους, βουνά, χωρίς αυτόν μάχης καπνοί σκεπάζουν.
αλλ’ αυτό τώρα που κουνώ τ’ αμέριμνο κορμάκι
αύριο θα γίνει δύναμη που ο λογισμός κινάει,
και στήθι αντρίκειο θα σταθεί στες σαϊτιές της μοίρας.
Βρέχει τα βέλη της αυτή στα ύψη των ανδρείων,
που εκεί στημένοι στερεοί λάμπουν στη μάχη θείοι.
Χαρές και πλούτη να χαθούν, και τα βασίλεια, κι όλα,
τίποτε δεν είναι, αν στητή μέν’ η ψυχή κι ολόρθη.
Όλα τα ερείπια γύρω της κοιτά χαμογελώντας,
κι ανθοί σ’ αυτά, παντού κι αργά, βλασταίνουν ως τον τάφο.
φυτρώνει και στο σκότος του του Παραδείσου τ’ άνθι.
Του κόρφου συ, της αγκαλιάς αγαπημένο βάρος,
σπούδαξε, μην αργοπορείς βάρος να γίνεις τρόμου
εκεί που οι χείμαρροι του εχθρού τρομαχτικά βρυχίζουν.
Αλλά το χέρι σου ζωστό πλια στο λαιμό μου γύρω
δε θα ’ναι τότε, αλλά σ’ αυτό τ’ ολεθροφόρο ξίφος.
Της Μοίρας έτσ’ οι δύναμες, όσο τρανές κι αν είναι,
κι αν πέσεις συ στον πόλεμο, μένουν εκείνες, όπως
της κούνιας τα κινήματα που τώρα σε κοιμίζουν.
Μεγάλωσε, μεγάλωσε, μη δίχως μάνα μείνεις.
Θα ζώσει εκείνη το σπαθί μες στο βυζί αποκάτου,
κι εμπρός ! σημαία και σπαθί, ψυχή, ψυχή, και νίκη !
Την ψυχή μέσα μου γρικώ του ποθητού πατρός σου,
και χίλιες, χίλιες γύρω μου ξαστράφτουν Αμαζόνες.
Άντρες, γυναίκες είν’, κανείς δε θα ρωτά στη μάχη.
Κοίτα τους λάκκους ! – αλλά τι μπορείς συ να κοιτάξεις;
Άπειρους λάκκους, άπειρους γεμίζουν οι νεκροί μας.
πέφτουμ’ εμείς, το έργο μας για την πατρίδα μένει,
και σ’ όλα ζει τα στήθη μας τούτ’ η πνοή και μόνη,
που φλόγα γίνεται φριχτή καθολικού πολέμου,
που κάθε γη και θάλασσα παντού περιλαβαίνει,
που ζώνει εσέ και σκίρτημα και της κουνιάς σου δίνει.
Σκίρτα, κουνιά, μ’ ευχή χαράς για το καλό που θα ’ρθει !
Γλυκά κι η τύχη μού γελά, γιατί η στιγμή ’ναι τούτη
που τ’ ακριβά σου βλέφαρα σηκώνονται κι αφήνουν
το χαμογέλιο της ματιάς να λάμψει, σ’ όλα τ’ άλλα
αβέβαιο και τρεμάμενο, αλλ’ όχι και σ’ εμένα.
Έλα σ’ εμέ, των σπλάχνων μου γλυκό βλαστάρι. θέλω
για μια στιγμή γοργά ’π’ αυτό το σπίτι να μακρύνω.
θέλω το μέτωπ’ ο καπνός της μάχης να σου ’γγίξει,
πλατιά το στήθος σου, βαθιά, να πνέξει ολέθρου φλόγα.
Μετάφραση Γεωργίου Καλοσγούρου (1849-1902), «Διονυσίου Σολωμού τα Ιταλικά ποιήματα», Εκδ. Ελευθερουδάκη, Αθήνα 1921 – Γ. Καλαματιανού, Μ. Σταθοπούλου-Χριστοφέλλη, Ν. Κοντόπουλου, Ευ. Φωτιάδη, Ηλ. Μηνιάτη «Νεοελληνικά Αναγνώσματα Β΄ Λυκείου»,Ο.Ε.Δ.Β., Αθήνα 1978, σ. 95-96)
by artist Albert Edelfelt
"Το ψωμί της μάνας μου", του Παλαιστίνιου ποιητή Mαχμούτ Νταρουίς
"Δίχως την ευχή σου
Είμαι πολύ αδύναμος για να σταθώ
Μεγάλωσα πολύ
Δώσε μου πίσω τους χάρτες των αστεριών που είχα παιδί"
Είμαι πολύ αδύναμος για να σταθώ
Μεγάλωσα πολύ
Δώσε μου πίσω τους χάρτες των αστεριών που είχα παιδί"
Μου λείπει το ψωμί της μάνας μου
Ο καφές της μάνας μου
Το άγγιγμά της
Φουσκώνουν μέσα μου οι παιδικές μου αναμνήσεις
Μέρα τη μέρα
Πρέπει να δώσω αξία στη ζωή μου
Την ώρα του θανάτου μου
Πρέπει να αξίζω τα δάκρυα της μάνας μου
Και αν έρθω πίσω κάποια μέρα
Βάλε με σα μαντήλι στα βλέφαρά σου
Τα κόκαλά μου σκέπασε με χλόη
Που την αγίασαν τα βήματά σου
Δέσε μας μαζί
Με μια μπούκλα απ’ τα μαλλιά σου
Με μια κλωστή που κρέμεται από το φόρεμά σου
Μπορεί να γίνω αθάνατος
Μπορεί να γίνω Θεός
Εάν αγγίξω τα βάθη της καρδιάς σου
Αν καταφέρω και γυρίσω
Κάνε με ξύλα να ανάψεις τη φωτιά σου
Σκοινί για να απλώνεις τα ρούχα σου στην ταράτσα του σπιτιού σου
Δίχως την ευχή σου
Είμαι πολύ αδύναμος για να σταθώ
Μεγάλωσα πολύ
Δώσε μου πίσω τους χάρτες των αστεριών που είχα παιδί
Για να βρω με τα χελιδόνια
Το δρόμο πίσω
Στην άδεια σου αγκαλιά. Ο καφές της μάνας μου
Το άγγιγμά της
Φουσκώνουν μέσα μου οι παιδικές μου αναμνήσεις
Μέρα τη μέρα
Πρέπει να δώσω αξία στη ζωή μου
Την ώρα του θανάτου μου
Πρέπει να αξίζω τα δάκρυα της μάνας μου
Και αν έρθω πίσω κάποια μέρα
Βάλε με σα μαντήλι στα βλέφαρά σου
Τα κόκαλά μου σκέπασε με χλόη
Που την αγίασαν τα βήματά σου
Δέσε μας μαζί
Με μια μπούκλα απ’ τα μαλλιά σου
Με μια κλωστή που κρέμεται από το φόρεμά σου
Μπορεί να γίνω αθάνατος
Μπορεί να γίνω Θεός
Εάν αγγίξω τα βάθη της καρδιάς σου
Αν καταφέρω και γυρίσω
Κάνε με ξύλα να ανάψεις τη φωτιά σου
Σκοινί για να απλώνεις τα ρούχα σου στην ταράτσα του σπιτιού σου
Δίχως την ευχή σου
Είμαι πολύ αδύναμος για να σταθώ
Μεγάλωσα πολύ
Δώσε μου πίσω τους χάρτες των αστεριών που είχα παιδί
Για να βρω με τα χελιδόνια
Το δρόμο πίσω
ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΟΛΕΜΗΣ "Ο αποχαιρετισμός της μάνας"
Μισεύεις για την ξενιτιά και μένω μοναχή μου,
σύρε παιδί μου στο καλό και σύρε στην ευχή μου.
Τριανταφυλλένια η στράτα σου, κρινοσπαρμένοι οι δρόμοι,
για χάρη σου ν’ ανθοβολούν και τα λιθάρια ακόμη.
Τα δάκρυά μου να γεννούν διαμάντια σ’ ό,τι αγγίζεις
και το ποτήρι της χαράς ποτέ να μη στραγγίζεις.
Να πίνεις και να ξεδιψάς και να ‘ναι αυτό γεμάτο,
σα να ‘ναι η βρύση από ψηλά κι εσύ να ‘σαι από κάτω.
Εκεί, παιδί μου, που θα πας, στα μακρινά τα ξένα,
δίχτυα πολλά κι οξόβεργες θα στήσουνε για σένα.
Παιδί μου, αν εμένανε πάψεις να με θυμάσαι,
με δίχως βαρυγκώμηση συχωρεμένος να ‘σαι.
Κι αν πάλι το φτωχό καλύβι μας, ντροπή σου φέρνει,
ωστόσο και πάλι θα ‘μαι πρόθυμη, συχώρεση να δώσω.
Μ’ αν την πατρίδα απαρνηθείς που τη λατρεύουμε όλοι,
να ‘ναι η ζωή σου, όπου κι αν πας, αγκάθια και τριβόλοι.
ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ "Το τραγούδι της μάνας"
Τρία σύγνεφα ταξίδευαν
-Τραγούδα το σιγά-
Τρία σύγνεφα ταξίδευαν
Κατὰ τὸ Καρπενήσι...
Τό ῾να ψηλὰ κρεμάμενο
-Φλογέρες θὰ τὸ ποῦνε-
Τό ῾να ψηλὰ κρεμάμενο
Λαμπάδιαζε στὴ δύση.
Τ᾿ ἄλλο βοριὰς τὸ μάχουνταν
-Τραγούδα το σιγά-
Τ᾿ ἄλλο βοριὰς τὸ μάχουνταν
Καὶ σὰν ἀχνὸς ἐχάθη...
Τὸ τρίτο τὸ πυκνότερο
-Φλογέρες θὰ τὸ ποῦνε-
Τὸ τρίτο τὸ πυκνότερο
Τ᾿ ἀργοταξιδεμένο
Ἀπάνου ἀπὸ τὴ κούνια μου
-Τραγούδα το σιγά-
Ἀπάνω ἀπὸ τὴ κούνια μου
Ἀρμένισε κι ἐστάθη
Βαριὰ φουρτουνιασμένο.
Νικηφόρος Βρεττάκος "Μάνα και Γιος"
Στης ιστορίας το διάσελο όρθιος ο γιος πολέμαγε
κι η μάνα κράταε τα βουνά, όρθιος να στέκει ο γιος της,
μπρούντζος, χιόνι και σύννεφο. Κι αχολόγαγε η Πίνδος
σαν να 'χε ο Διόνυσος γιορτή. Τα φαράγγια κατέβαζαν
τραγούδια κι αναπήδαγαν τα έλατα και χορεύαν
οι πέτρες. Κι όλα φώναζαν: "Ίτε παίδες Ελλήνων ..."
Φωτεινές σπάθες οι ψυχές σταύρωναν στον ορίζοντα,
ποτάμια πισωδρόμιζαν, τάφοι μετακινιόνταν.
Κι οι μάνες τα κοφτά γκρεμνά σαν Παναγιές τ' ανέβαιναν
Με τη ευκή στον ώμο τους κατά το γιο παγαίναν
και τις αεροτραμπάλιζε ο άνεμος φορτωμένες
κι έλυνε τα τσεμπέρια τους κι έπαιρνε τα μαλλιά τους
κι έδερνε τα φουστάνια τους και τις σπαθοκοπούσε,
μ' αυτές αντροπατάγανε, ψηλά, πέτρα την πέτρα,
κι ανηφορίζαν στη γραμμή, όσο που μες στα σύννεφα
χάνονταν ορθομέτωπες η μια πίσω απ' την άλλη
Ποιήματα
από το διαδίκτυο
Είπαν του ήλιου «γιορτάζει η μάνα»
κι εκείνος βάλθηκε με φως τη γη να ντύνει.
Είπαν της θάλασσας «γιορτάζει η μάνα»
κι αμέσως έγινε η φουρτούνα γαλήνη.
Το ‘μαθαν τα πουλιά, «γιορτάζει η μάνα»
και το τραγούδι τους ξεχείλισε πλημμύρα.
Το ‘μαθαν τα άνθη, «γιορτάζει η μάνα»
και μοσχοβόλησε η πλάση χίλια μύρα.
Τ’ άκουσε η βροχή, αλλά δεν έκλαψε
δάκρυ δεν κάνει να κυλήσει αυτή τη μέρα.
Τ’ άκουσε ο ουρανός κι άνοιξε διάπλατα
πείτε ευχές, μύριες ευχές για τη μητέρα
Η αλφαβήτα της Μανούλας
Α
Με την μανούλα το παιδί νιώθει
Αγάπη και Ασφάλεια..
Β
Η μανούλα δίνει Βοήθεια
σε ότι χρειαστεί το παιδί..
Γ
Η μανούλα είναι η
Γιατρειά όταν το παιδί πονά
και φέρνει την Γαλήνη
με μια της αγκαλιά..
Δ
Η μανούλα είναι
Δώρο στην ζωή του κάθε παιδιού
και το αντίστροφο..
Ε
Με την μανούλα στο πλάι..το παιδί
νιώθει Εμπιστοσύνη και Ευτυχία..
Ζ
Η μανούλα είναι η ίδια η Ζωή για το παιδί και το αντίστροφο ..
Η
Η μανούλα δίνει Ηρεμία
Η μανούλα είναι η Ηρωίδα της καθημερινότητας και της οικογένειας
Θ
Η μανούλα είναι αυτή που κάνει
το Θαύμα της ζωής πραγματικότητα
γεννάει το παιδί..
Ι
Η μανούλα για το παιδί της
είναι Ικανή να κάνει τα πάντα..
Κ
Της μανούλας η Καρδιά
αντέχει τα πάντα και μόνο για τα παιδιά της χτυπά..
Λ
Στα μάτια των παιδιών η μάνα
είναι Λατρεία, η μεγαλύτερη λατρεία για την μητέρα είναι το παιδί της..
Μ
Μάνα είναι ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΗ ..
Ν
Η μανούλα δίνει Νόημα στη ζωή του παιδιού
Το παιδί δίνει Νόημα στην ζωή της μητέρας..
Ξ
Η μάνα πάντα έχει θέση
Ξεχωριστή στη ζωή των παιδιών..
Ο
Η μάνα είναι Οδηγός για το παιδί
Το παιδί είναι όνειρο για μια γυναίκα
Και οι δύο Ομορφαίνουν την ζωή του άλλου..
Π
Η μάνα είναι Παράδειγμα
για το παιδί.
Το πιο σημαντικό στην ζωή της μάνας είναι το Παιδί
Ρ
Η μανούλα δίνει τον Ρυθμό
στο πως θα «κινείται» το παιδί..
Σ
Μανούλα σημαίνει με μια λέξη Στοργή..
Τ
Η Τρυφερότητα της μάνας
είναι από τα πιο όμορφα «αγγίγματα» που νιώθει ένα παιδί..
Υ
Η Ύπαρξη της μάνας στην ζωή του παιδιού είναι η πιο σημαντική.Η ύπαρξη του παιδιού στην ζωή μιας γυναίκας, την κάνει πιο Υπέροχη..
Φ
Δεν υπάρχει καλύτερη Φροντίδα για το παιδί, από αυτή της μάνας.
Δεν υπάρχει πιο όμορφο, ζεστό, γλυκό Φιλί από αυτό της μάνας..
Χ
Δεν ζητάει το παιδί τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από ένα Χάδι και από ένα Χαμόγελο από τη μαμά του..
Ψ
«Ψυχή μου» λέει η μάνα στο παιδί..γιατί το παιδί δεν είναι ένα κομμάτι της ψυχής της..από τότε που γεννιέται είναι η ίδια της η ψυχή.. η ψυχή της παίρνει ανάσα και γίνεται άνθρωπος.
Ω
Γιατί στα μάτια του παιδιού
η μητέρα είναι η πιο
Ωραία γυναίκα του κόσμου..


Gustan Klimt
25η Μαρτίου
ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ-ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ
Ένα ιστορικό στον Αγώνα του 1821
Αφηγητής : Διπλή γιορτή γιορτάζει σήμερα ο Χριστιανισμός και ο Ελληνισμός.Σαν σήμερα ο άγγελος Κυρίου έφερε χαρμόσυνο μήνυμα στη Μαρία ότι θα γεννήσει το Λυτρωτή του κόσμου. Εμείς οι Έλληνες πιστεύουμε ότι η Παναγία είναι πάντα κοντά μας και μας βοηθάει.Αυτήν έβλεπαν μπροστά τους οι αγωνιστές του ΄21 όταν πολεμούσαν τους Τούρκους.
(Τα παιδιά ψέλνουν τον Ακάθιστο Ύμνο.)
Τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια,
Ως λυτρωθείσα των δεινών ευχαριστήρια,
Αναγράφω σοι η Πόλις σου, Θεοτόκε.
Αλλ’ ως έχουσα το κράτος απροσμάχητον,
Εκ παντοίων με κινδύνων ελευθέρωσον.
Ίνα κράζω σοι, Χαίρε, Νύμφη Ανύμφευτε.
{Έπειτα ακολουθεί βίντεο με τον Παπαφλέσσα <<Τη Υπερμάχω>>)
(Ακολουθεί τραγούδι από τη χωροδία.)
(Ακολουθεί τραγούδι από τη χωροδία.)
ΟΛΗ Η ΔΟΞΑ, ΟΛΗ Η ΧΑΡΗ
Στίχοι Γ.Γεωργόπουλου-Μουσική :Ι.Σακελλαριάδη
Στίχοι Γ.Γεωργόπουλου-Μουσική :Ι.Σακελλαριάδη
Όλη δόξα, όλη χάρη, άγια μέρα ξημερώνει
και τη μνήμη σου το Έθνος χαιρετά γονατιστό.
Και τα στήθη σου όλο φλόγα με τον ήλιο σου πυρώνεις,
που χρυσός με περηφάνια περπατεί στον ουρανό.
Στην Αγία Λαύρα πρώτα τις χρυσές ακτίνες χύνει,
που λεβέντες πρώτ' ανάψαν του πολέμου τη φωτιά.
Τη γαλάζια μας Σημαία με τη χάρη του λαμπρύνει
και του θείου Ιεράρχη χαιρετάει τη σκιά.
Ομορφιά και δόξα χύνει όπου γη αιματωμένη
απ' το τιμημένο αίμα των παιδιών της κλεφτουριάς.
Τ' άγιο χώμα χαιρετάει και περήφανα διαβαίνει
από τα Ψαρά στο Σούλι και στο χάνι της Γραβιάς.
Απ' τη Ρούμελη κι εκείθε απ' την Κλείσοβα περνάει
και στο Μεσολόγγι μέσα χύνει το χρυσό του φως.
Την αιματωμένη γη του χαιρετάει κι ευλογάει,
όπου τόσοι σε μια νύχτα έπεσαν ηρωικώς.
Όλη δόξα, όλη χάρη...γονατιστό.
Αφηγητής : Αμέτρητοι οι ήρωες που έδωσαν τη ζωή τους στην Επανάσταση του ΄21 για να μπορούμε εμείς τώρα να ζούμε ελεύθεροι.Μα και πίσω από τους γνωστούς ήρωες, πληθος ανώνυμου λαού, ανδρών και γυναικών, είτε πολεμώντας σε απόκρημνες κορφές, είτε ηλιοψημένοι θαλασσομάχοι που έριχναν τ΄αστροπελέκιατους στις τούρκικες αρμάδες.
Αφηγητής : Είναι ιερό καθήκον μας να γνωρίζουμε και να τιμάμε τους ήρωες της Ελληνικής Επανάστασης του ΄21.Ας μην ξεχνάμε ότι, αν αυτοί δεν έδιναν τη ζωή τους για την Ελλάδα τώρα θα είμαστε ακόμα μια επαρχία της Τουρίας.Όλους αυτούς τους ήρωες που σκοτωθήκανε για ν΄αναπνέουμε εμείς ελεύθερο αέρα θα τιμήσουμε σήμερα και θα υποσχεθούμε ότι θα γίνουμε αντάξια παιδιά τους.
Αφηγητής : Είναι ιερό καθήκον μας να γνωρίζουμε και να τιμάμε τους ήρωες της Ελληνικής Επανάστασης του ΄21.Ας μην ξεχνάμε ότι, αν αυτοί δεν έδιναν τη ζωή τους για την Ελλάδα τώρα θα είμαστε ακόμα μια επαρχία της Τουρίας.Όλους αυτούς τους ήρωες που σκοτωθήκανε για ν΄αναπνέουμε εμείς ελεύθερο αέρα θα τιμήσουμε σήμερα και θα υποσχεθούμε ότι θα γίνουμε αντάξια παιδιά τους.
ΠΟΙΗΜΑ
ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ 21
Χάρη Σακελλαρίου
Τάχα δεν είμαστε όλοι εμείς παιδιά του ΄21
που μες τις φλέβες μας κυλά μπαρούτι και φωτιά,
που ηφαίστεια είναι τα στήθια μας,κάστρα θεμελιωμένα
κι αστροπελέκι η κάθε μας αδείλιαστη ματιά;
Ακόμα κλέφτικα αντηχούν στ΄αυτιά μας καριοφίλια
κι η βροντερή, βαριά φωνή,του Γέρου του Μοριά
κι είν΄η καρδιά μας φλάμπουρο, καμπάνα είναι τα χείλια
που διαλαλούν στα πέρατα της γης τη Λευτεριά.
























Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου